Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ, ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Παρουσίαση στο ΤΡΙΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗ ΣΥΡΟ – ΤΠΕ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Παυλίδης Σάββας
Καθηγητής Θεολόγος
keape@otenet.gr
Πέρδος Αθανάσιος
Καθηγητής Πληροφορικής
perdos@uom.gr
Μανιτσάρης Σωτήρης
Καθηγητής Πληροφορικής
sotiris@uom.gr

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην εισήγηση αυτή γίνεται μια παρουσίαση της εμπειρίας που αποκομίστηκε από τη διαθεματική διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο και Λύκειο και της Πληροφορικής στους μαθητές της Β΄ και Γ΄ Λυκείου.
Αφορμή για την προσπάθεια ήταν:
ο περιορισμός των προβλημάτων που απορρέουν από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών σε μία τυπική σχολική αίθουσα αντικαθιστώντας τη με μία αίθουσα πολυμέσων.
η μεγιστοποίηση του αποτελέσματος της διδακτικής διαδικασίας.
η ενεργοποίηση των μαθητών μέσα από την συμμετοχή τους στη διαδικασία προετοιμασίας του μαθήματος των θρησκευτικών χρησιμοποιώντας τεχνολογίες επικοινωνιών και πολυμέσων.
Η όλη προσπάθεια αξιολογήθηκε τόσο από τους καθηγητές που συμμετείχαν σε αυτή όσο και από τους μαθητές με τη μορφή ερωτηματολογίων.

ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ: Διαθεματική διδασκαλία, Θρησκευτικά, Πληροφορική, Εναλλακτικός τρόπος διδασκαλίας, Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών, Αξιολόγηση

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ
Σε μία τυπική σχολική αίθουσα ο καθηγητής Θρησκευτικών αποτελεί το μοναδικό φορέα μετάδοσης της γνώσης – πληροφορίας συνεπικουρούμενος από περιορισμένων δυνατοτήτων εποπτικά μέσα διδασκαλίας όπως ο πίνακας, σημειώσεις και το σχολικό εγχειρίδιο.
Τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν σε ότι αφορά τον καθηγητή είναι τα εξής:
Ο πίνακας είναι δύσχρηστος στη μετάδοση της γνώσης, αποτελεί χρονοβόρα διαδικασία και δεν τον βοηθά στην καλύτερη εποπτεία της τάξης.
Υπάρχει περιορισμένη έως αδύνατη χρήση εποπτικών μέσων διδασκαλίας (Χάρτες, Εικόνες).
Το μάθημα βασίζεται σε ακουστική κατά βάση μετάδοση της γνώσης με μικρό βαθμό διαδραστικότητας σε σχέση με τους μαθητές.
Πρέπει να δώσει στα παιδιά μεγάλη ποσότητα διδασκόμενης ύλης προς επεξεργασία (π.χ Χριστιανισμός και Θρησκεύματα της Β Λυκείου, σελ. 325)
Τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν σε ότι αφορά τους μαθητές είναι τα εξής:
Διάσπαση προσοχής (μονότονη εικόνα πίνακα καθηγητή)
Κούραση από τις πολλές ώρες και το πλήθος των μαθημάτων ειδικότερα στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου όπου γίνεται επιλεκτική μελέτη προσανατολισμένη στα μαθήματα των πανελλαδικών εξετάσεων.
Σε μία αίθουσα πολυμέσων ή σε ένα εργαστήριο υπολογιστών όπου παρέχονται μέσα όπως Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές, Ψηφιακός Προβολέας, Βίντεο, Ηλεκτρονική γραφίδα, είναι δυνατόν να υπάρξει οπτικοακουστική μετάδοση της πληροφορίας – γνώσης. Συγκεκριμένα ο εναλλακτικός αυτός τρόπος, με τη χρησιμοποίηση των τεχνολογιών επικοινωνιών, είχε τα εξής θετικά αποτελέσματα:
1. Χρήση εικονικού πίνακα για την προβολή της πληροφορίας η οποία βοηθά τον καθηγητή σε μία καλύτερη ροή της διδασκαλίας και της εποπτείας της τάξης. Για παράδειγμα στη Β Γυμνασίου με δύο εικόνες γυναικών προερχόμενες η μία από το δυτικό “πολιτισμένο” κόσμο και η άλλη από το μουσουλμανικό, δόθηκε αφορμή για μια ιδιαιτέρως αποδοτική συζήτηση μεταξύ των μαθητών. Έτσι ο στόχος που ήταν να δειχθεί η διαφορά αντιμετώπισης της γυναίκας επιτεύχθηκε.
Σχήμα 1. Διαφάνεια Powerpoint
2. Πολλαπλασιαστική δυνατότητα στην παρουσίαση – μετάδοση της γνώσης με τη χρήση εφαρμογών πολυμέσων όπως το Microsoft PowerPoint ή προγραμμάτων επεξεργασίας ήχου, εικόνας και Video. Οι μαθητές της Α΄ Γυμνασίου είχαν την δυνατότητα να γνωρίσουν με ένα πιο ευχάριστο τρόπο την ιστορία της εξόδου των εβραίων από την Αίγυπτο χάρη στη χρήση ψηφιακών χαρτών και στην δυνατότητα απομόνωσης του συγκεκριμένου γεγονότος από τίτλο DVD.
3. Συγκέντρωση της διδασκαλίας στα ουσιώδη με αποτέλεσμα να αφομοιώνεται η γνώση πιο γρήγορα και ξεκούραστα. Χάρη στο πρόγραμμα παρουσιάσεων γίνεται καλύτερη οργάνωση των σημαντικότερων σημείων του μαθήματος και έτσι δίνεται στα παιδιά η δυνατότητα να τα εντοπίσουν στο βιβλίο. Έτσι δόθηκε η δυνατότητα για την καλύτερη χρήση του βιβλίου στη διάρκεια του μαθήματος.
4. Ευκολότερη αξιολόγηση των μαθητών χάρη στη χρήση on-line διαγωνισμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της διδακτικής ώρας δίνοντας στον καθηγητή τη δυνατότητα παρακολούθησης του βαθμού αφομοίωσης των μαθητών.
5. Εκμετάλλευση οπτικής και ακουστικής ικανότητας του μαθητή (καλύτερη λειτουργία είτε της οπτικής είτε της ακουστικής μνήμης σε σχέση με το ψυχολογικό τύπο του μαθητή). Έτσι παρατηρήθηκε καλύτερη επαναφορά προηγούμενης γνώσης.
6. Αύξηση της συγκέντρωσης και της διάθεσης για μάθηση και ενεργότερη συμμετοχή των παιδιών, χάρη στα πολυμεσικά ερεθίσματα (κείμενο, ήχος, εικόνα στατική και κινούμενη). Είναι γνωστό ότι οι σημερινοί νέοι είναι συνηθισμένοι σε γρήγορη εναλλαγή εικόνων και πληροφοριών και οτιδήποτε διαφορετικό τους οδηγεί σε πλήξη.
7. Μεγάλη μείωση του φαινομένου της διάσπασης και της κούρασης των μαθητών. Αυτό σημειώθηκε και από πρωτοδιόριστους καθηγητές θεολόγους οι οποίοι στα πλαίσια επιμόρφωσης του 1ου ΠΕΚ Θεσσαλονίκης παρακολούθησαν τη διδασκαλία του μαθήματος.
8. Μεγάλος βαθμός αλληλεπίδρασης και διαδραστικότητας μεταξύ των μαθητών και του διδάσκοντα αφού ο καθηγητής χάρη στις τεχνολογίες επικοινωνιών και πολυμέσων, είναι επίκουρος στην προσπάθεια των παιδιών για την κατάκτηση της γνώσης. Έτσι επιτυγχάνεται ο επιτελικός ρόλος του καθηγητή στη μετάδοση της γνώσης σύμφωνα με τις νέες τάσεις για την εκπαίδευση.

Όπως αναφέρθηκε η όλη διαδικασία αξιολογήθηκε και από το σχολικό σύμβουλο θεολόγων Α΄ Διεύθυνσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης και από πρωτοδιόριστους καθηγητές θεολόγους οι οποίοι στα πλαίσια επιμόρφωσης του 1ου ΠΕΚ Θεσσαλονίκης παρακολούθησαν τη διδασκαλία του μαθήματος. Τα συμπεράσματα τους ήταν ότι αυτός ο εναλλακτικός τρόπος διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών έχει να επιδείξει πάρα πολλά θετικά στοιχεία.
Η μοναδική τους ένσταση αφορούσε στο αν χάνεται με τη χρήση των ΤΠΕ το πνευματικό μέρος του μαθήματος που έχει άμεση σχέση με την διαλογικότητα που μπορεί να υπάρξει σε προσωπικά θέματα αποριών - αναζητήσεων της πίστης. Όμως όλοι συμφώνησαν ότι η ισορροπία μπορεί να επιτευχθεί εφόσον ο καθηγητής χρησιμοποιεί τις ΤΠΕ ως αφόρμηση για διάλογο και όχι ως αυτοσκοπό.

ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΏΝ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Στην υλοποίηση των παρουσιάσεων, των video, των μουσικών θεμάτων που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες ενότητες των μαθημάτων και των on-line διαγωνισμάτων συμμετείχαν οι μαθητές που επέλεξαν το μάθημα επιλογής “Εφαρμογές Πληροφορικής” της Β΄ και Γ΄ Λυκείου. Συγκεκριμένα ανατέθηκαν ως εργασίες στα παιδιά η ηλεκτρονική υλοποίηση των σημειώσεων του καθηγητή Θρησκευτικών, η επεξεργασία και η μεταγλώττιση στα ελληνικά, αγγλικών τίτλων DVD που αφορούν το μάθημα των Θρησκευτικών και η δημιουργία ιστοσελίδων που περιείχαν τα on-line διαγωνίσματα. Στο εργαστήριο υπολογιστών του σχολείου τα παιδιά είχαν την δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τόσο υλικό όσο και λογισμικό πολυμέσων. Συνεπικουρούμενα από τον καθηγητή Πληροφορικής πειραματίστηκαν και δούλεψαν με αποτέλεσμα και να αποκτήσουν τη γνώση αλλά και να νιώσουν τη χαρά της δημιουργίας. Συνειδητοποίησαν επίσης ότι ένα μάθημα που από μόνο του μπορεί να μην είναι ενδιαφέρον, αποκτά ουσία όταν δημιουργείς κάτι με πρακτική εφαρμογή. Ιδιαίτερα οι μαθητές της Β’ Λυκείου οι οποίοι στη συνέχεια διδάχτηκαν και το μάθημα των Θρησκευτικών με το υλικό που οι ίδιοι είχαν ετοιμάσει δήλωσαν ότι θα ήθελαν η όλη προσπάθεια να επεκταθεί και στα υπόλοιπα μαθήματα.
Η δουλειά των μαθητών χρησιμοποιήθηκε και στην προσπάθεια που γίνεται στο εκπαιδευτικό συγκρότημα για τη δημιουργία μαθημάτων ασύγχρονης τηλέ – εκπαίδευσης.
Πρέπει να τονιστεί ότι πέρα από το εργαστήριο πολυμέσων χρησιμοποιήθηκε και το εργαστήριο ηλεκτρονικών υπολογιστών του σχολείου κατά την διάρκεια των μαθημάτων των Θρησκευτικών. Χρησιμοποιήθηκε τόσο κατά τη διδασκαλία αφού υπάρχει σύστημα μετάδοσης της επιφάνειας εργασίας του υπολογιστή του καθηγητή σε όλους τους σταθμούς, αλλά και στην αξιολόγηση των παιδιών με τα on-line διαγωνίσματα που δείχνουν την επίδοση των μαθητών με το τέλος της δοκιμασίας.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Με σκοπό να καταγραφεί η στάση των μαθητών απέναντι στην όλη προσπάθεια συντάχτηκαν και μοιράστηκαν κάποια ερωτηματολόγια στα παιδιά της Α’ και Β’ Λυκείου. Τα ερωτηματολόγια που δόθηκαν στην Α’ Λυκείου αφορούσαν τη διδασκαλία των Θρησκευτικών ενώ αυτά της Β’ Λυκείου το μάθημα της πληροφορικής και το συνδυασμό του με το μάθημα των Θρησκευτικών.
Οι ερωτήσεις αυτές αντιστοιχήθηκαν σε ποιοτικές μεταβλητές των οποίων η ανάλυση έγινε από το στατιστικό πακέτο SPSS. Σ΄ αυτό το σημείο παραθέτουμε ένα μικρό δείγμα των μεταβλητών που αναλύθηκαν και επεξεργάστηκαν με στόχο την αξιολόγηση της προσπάθειας. Να σημειωθεί ότι οι απαντήσεις όλων των ερωτήσεων δόθηκαν στην 5βάθμια κλίμακα [1-5], διότι με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η πιο εύκολη επεξεργασία των δεδομένων.
Α’ Λυκείου
Όσον αφορά τους μαθητές της Α΄ Λυκείου παρατηρήσαμε τα εξής:
Ξεκινάμε από τη μεταβλητή interest η οποία συλλέγει δεδομένα που αφορούν στην ερώτηση: “Η διδασκαλία του μαθήματος Θρησκευτικών προκαλεί ενδιαφέρον χρησιμοποιώντας πολυμέσα και ηλεκτρονικούς υπολογιστές;”
Κάναμε ιστόγραμμα για τη μεταβλητή αυτή και συμπεραίνουμε ότι το ενδιαφέρον που προκάλεσε η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών με αυτόν τον τρόπο είναι πολύ μεγάλο.
Στην ερώτηση: “Πως κρίνετε τη διαδικασία αξιολόγησης μέσω των on-line διαγωνισμάτων;”, η τάση κυμαίνεται από εύκολη μέχρι πολύ εύκολη (87%).
Στην ερώτηση: “Ο συγκεκριμένος πολυμεσικός τρόπος διδασκαλίας μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα μαθήματα”, η στάση των παιδιών είναι μάλλον επιφυλακτική .
Β’ Λυκείου
Από τα ερωτηματολόγια που δόθηκαν στους μαθητές της Β΄ Λυκείου προκύπτει ότι βρήκαν αρκετά ενδιαφέρουσα τη διαδικασία ετοιμασίας του υλικού για το μάθημα των Θρησκευτικών και ότι είχαν καλύτερη αφομοίωση της γνώσης εργαζόμενοι με ένα συγκεκριμένο στόχο.
Σε αντίθεση με τους μαθητές της Α’ Λυκείου αυτοί της Β’ Λυκείου θεωρούν ότι μπορεί να εφαρμοστεί μια παρόμοια διαδικασία στα υπόλοιπα μαθήματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από τις ώρες διδασκαλίας από την πλευρά των καθηγητών και τις απαντήσεις των μαθητών στα ερωτηματολόγια, προέκυψε ότι οι δραστηριότητες που συσχέτισαν τα γνωστικά αντικείμενα των Θρησκευτικών και της Πληροφορικής είχαν θετικά αποτελέσματα. Διαφαίνεται επίσης ότι μέσα από διαθεματικές δραστηριότητες προωθούνται οι σκοποί της σχολικής εκπαίδευσης που σχετίζονται με την απόκτηση δεξιοτήτων. Επίσης συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι διδασκαλίας οι οποίες μπορούν να έχουν καλύτερα παιδαγωγικά αποτελέσματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Γιακουμάκης Ε., Γκύρτης Κ, Μπελεσιώτης Β.Σ, Ξυνός Π.,. Στεργιοπούλου-Καλαντζή Ν, (2002), Εφαρμογές Πληροφορικής – Υπολογιστών, ΟΕΔΒ
2. Γκότσης Χρήστος, Μεταλληνός Γεώργιος, Φίλιας Γεώργιος, (2004), Ορθόδοξη πίστη και λατρεία, α΄ ενιαίου λυκείου, ΟΕΔΒ
3. Γριζοπούλου Όλγα, Καζλάρη Πηγή, Μπάρλος Απόστολος, Τσανανάς Γεώργιος, (2004) Ο Ιησούς Χριστός, ο Καινούργιος Κόσμος του Θεού κι Εμείς, β΄ γυμνασίου, ΟΕΔΒ
4. Δορμπαράκης Γεώργιος, Καριώτογλου Αλέξανδρος, Πατρώνος Γεώργιος (2002), Η προετοιμασία των ανθρώπων για τον καινούργιο κόσμο του Θεού, α΄ γυμνασίου Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ΟΕΔΒ
5. Δρίτσα Δ, Μόσχου Δ., Παπαλεξανδροπούλου Σ., (2003), Χριστιανισμός και θρησκεύματα, β΄ ενιαίου λυκείου, ΟΕΔΒ
6. Μπέγζος Μάριος, Παπαθανασίου Αθανάσιος, (2003), Θέματα χριστιανικής ηθικής, γ΄ ενιαίου λυκείου, ΟΕΔΒ
7. Παπαθανασίου Αθανάσιος, Φίλιας Γεώργιος, Αργυρόπουλος Ανδρέας, Καραχαλιάς Στέφανος, (2002) Εκκλησία, η νέα κοινωνία σε πορεία, γ΄ γυμνασίου, ΟΕΔΒ
8. Πέρδος Α, Μανιτσάρης Σ, Συρρής Β, (2004) Μέθοδοι και Μοντέλα Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης σε μαθητές Γυμνασίου Λυκείου και Αξιολόγηση τους, Πρακτικά 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου με Διεθνή Συμμετοχή: “Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση”, Τόμος Β’, 579-584, Αθήνα

Σύγχρονες θεωρίες μάθησης στην εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΗΜΕΡΑ

Είναι κοινός τόπος στην εκπαίδευση ότι οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι θεωρούν τη μάθηση σαν ένα προϊόν που πουλάει, το οποίο μεταφέρεται δια μέσου της διδακτικής πράξης από τον εκπαιδευτή στον εκπαιδευόμενο.

Πάνω σ’ αυτή την αντίληψη θεσμοθετούνται ολόκληρα εκπαιδευτικά συστήματα. Γενιές ολόκληρες εκπαιδευτικών διαμόρφωσαν συνειδήσεις και πρακτικές βασισμένες στην αρχή των «συγκοινωνούντων δοχείων», όπου οι γνώσεις μεταφέρονται δια της διδασκαλίας στις δεξαμενές των διδασκομένων. Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις δεκάδων χρόνων που συνεισέφεραν στην πορεία των εκπαιδευτικών συστημάτων, οδήγησαν ένα σύνολο ανθρώπινου δυναμικού στο χώρο της παιδείας, με υψηλό ψυχικό κόστος στο σημείο μηδέν.

Είναι γεγονός ότι κατά διαστήματα προτείνονται «βιταμίνες» (διαθεματικότητα, ολιστική προσέγγιση της μάθησης) για να κάνουν πιο δημιουργική τη μεταβίβαση της γνώσης. Η μεταφορά και μεταβίβαση της γνώσης συντελείται πιο αποτελεσματικά με μεθόδους οι οποίες εμπλουτίζουν τη διδακτική διαδικασία με ποικιλίες μορφών διδασκαλίας [http://www.eap.gr/programmes/ekp/ekp65/docs/AR1.doc]

Το μοντέλο μεταβίβασης της μάθησης φτάνει στα όριά του; Αν ναι τότε ποια είναι αυτά τα όρια; Ίσως είναι δύσκολο να απαντηθεί. Τα αποτελέσματα που εμφανίζονται (σχολική αποτυχία, άγχος) και η εμπειρία δείχνουν ότι η διαδικασία της μάθησης , στο σύνολό της, χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση.

Η τεχνολογία ανοίγει πλέον νέους δρόμους και προσφέρει περισσότερες δυνατότητες, λειτουργώντας πολλαπλασιαστικά στο φαινόμενο της μάθησης όπου με την εισαγωγή της όσο το δυνατόν μικρότερης ποσότητας πληροφορίας να έχουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα (μαθησιακά άτμητα). Είναι αυτονόητο πως η χρήση της τεχνολογίας δεν είναι πανάκεια, αλλά υποστηρικτική του φαινομένου της μάθησης.

Η μάθηση κατακτάται από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο μέσα από συγκεκριμένες πρακτικές και μεθόδους, όπως η μέθοδος με ανακάλυψη. Η μάθηση δεν είναι προϊόν διδακτικής πράξης , αλλά μαθησιακής (Ausubel 1978).

Στην παρούσα εργασία γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί το φαινόμενο της μάθησης, μέσα από μια συνοπτική παράθεση κάποιων από τις θεωρίες μάθησης και στην εφαρμογή τους σε Συστήματα Διαχείρισης Μάθησης (Learning Management Systems – LMS) και εξ’ Αποστάσεως Μάθησης.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ
ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΜΟΣ (BEHAVIORISM)
Για το συμπεριφορισμό η μάθηση συνίσταται στην τροποποίηση της συμπεριφοράς. Ο συμπεριφορισμός δεν ενδιαφέρεται για τις εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο μυαλό του μαθητή, αλλά εστιάζει την προσοχή του στην ανάλυση των χαρακτηριστικών εισόδου - εξόδου της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η μάθηση, συνεπώς, είναι ζήτημα δημιουργίας συνδέσεων μεταξύ των ερεθισμάτων και των αντιδράσεων, ενώ για να αντιληφθούμε την πολυπλοκότητα των συμπεριφορών πρέπει να τις κατατμήσουμε σε μαθησιακά άτμητα [www.ecedu.upatras.gr/ICTE.pdf].

Βασικές αρχές του συμπεριφορισμού:
Αντικείμενο μελέτης είναι η παρατηρήσιμη συμπεριφορά και όχι οι εσωτερικές νοητικές διεργασίες.
Η συμπεριφορά μελετάται με βάση τη σχέση ερεθίσματος (stimuli) – αντίδρασης (response). Μάθηση είναι η μεταβολή της συμπεριφοράς που προκύπτει μέσω των εμπειριών και της εξάσκησης[http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/Griza/gri-2005 513/chapter_2_Learning_Theories _and_Educational_Technology.pdf].
Βασική θεωρείται, επίσης, η ενίσχυση σε ένα ερέθισμα.
Η αρχή ενίσχυσης μπορεί να εφαρμοστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε εκπαιδευτικό λογισμικό, καθώς επίσης και κατά τη δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού σε μια πλατφόρμα εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης [Μητροπούλου Β. 2002].

ΘΕΩΡΙΑ ΓΝΩΣΤΙΚΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ (COGNITIVE LOAD THEORY)
Διατυπώθηκε από τον J. Sweller, με σκοπό την εφαρμογή της γνωστικής ψυχολογίας στο διδακτικό σχεδιασμό.
Οι βασικές παραδοχές της θεωρίας του γνωστικού φορτίου αφορούν τη γνωστική αρχιτεκτονική του ανθρώπινου νου, δηλαδή:
τις περιορισμένες δυνατότητες της μνήμης εργασίας
την απεριόριστη χωρητικότητα της μακρόχρονης μνήμης
την κωδικοποίηση της γνώσης σε σχήματα (schemata – Piaget) και
το ρόλο της εποικοδόμησης και αυτοματοποίησης των σχημάτων στη μάθηση.

Οι κύριοι στόχοι της διδασκαλίας είναι η εποικοδόμηση και αυτοματοποίηση σχημάτων. Αν τα σχήματα είναι αποθηκευμένα στη μακροχρόνια μνήμη, για να οικοδομηθούν πρέπει να μεταφερθούν στη μνήμη εργασίας. Το φορτίο της μνήμης εργασίας εξαρτάται από τον αριθμό των στοιχείων που πρέπει να επεξεργαστούν ταυτόχρονα.
Οι δυνατότητες της μνήμης εργασίας μπορούν να αυξηθούν χρησιμοποιώντας μηνύματα διπλής μορφής, δηλαδή οπτικά και ηχητικά, ώστε να γίνεται αξιοποίηση και των δύο καναλιών επεξεργασίας και εισόδου των πληροφοριών στον εγκέφαλο, του οπτικού και του ακουστικού.
Για παράδειγμα, μπορεί να δημιουργηθεί κατάλληλο λογισμικό στο οποίο γίνεται εκμετάλλευση και των δύο καναλιών με αφήγηση, κείμενο και εικόνα ταυτόχρονα. Ανάλογα με τον τύπο του μαθητή (οπτικού ή ακουστικού) δίνεται η δυνατότητα επιλογής της χρήσης ενός μόνο καναλιού (οπτικό ή ακουστικό) ή και των δύο ταυτόχρονα.
Από τη θεωρία του γνωστικού φορτίου προκύπτουν πρότυπα σχεδιασμού διδακτικών μέσων και πρακτικών που ανταποκρίνονται στις δομές της ανθρώπινης γνωστικής αρχιτεκτονικής. Ο σχεδιασμός των διδακτικών μέσων πρέπει να γίνεται με προσοχή ως προς τη δομή της παρουσίασης των πληροφοριών, ώστε να αποτραπεί η υπερφόρτωση της μνήμης εργασίας.

ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΤΙΣΜΟΣ (CONSTRUCTIVISM)
Ο εποικοδομητισμός δίνει έμφαση στην αλληλεπίδραση ατόμων και καταστάσεων για την απόκτηση και βελτίωση δεξιοτήτων και γνώσεων.
Σύμφωνα με τη θεωρία του εποικοδομητισμού η μάθηση είναι μια υποκειμενική και εσωτερική διαδικασία οικοδόμησης νοημάτων και θεωρείται αποτέλεσμα οργάνωσης και προσαρμογής των νέων πληροφοριών σε ήδη υπάρχουσες γνώσεις. Έτσι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γνωστικό επίπεδο και οι αντιλήψεις των μαθητών. Αυτοί δομούν τα νοητικά τους σχήματα από γεγονότα που βιώνουν (εμπειρίες) και τα οποία φιλτράρονται μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες τους [http://cdc.lib.auth.gr/submit/archive/Griza/gri-2005513/chapter_2_Learning_Theories_and_Educational_Technology.pdf].
Σύμφωνα με τον Piaget η αφομοίωση και η προσαρμογή αποτελούν βασικές έννοιες της θεωρίας του εποικοδομητισμού [www.ecedu.upatras.gr/ICTE.pdf]. Η αφομοίωση είναι ενέργεια του οργανισμού να εντάξει πληροφορίες και εμπειρίες σε σχήματα δραστηριοτήτων που ήδη διαθέτει (εσωτερικές γνωστικές δομές). Κατά την αφομοίωση γίνεται ενσωμάτωση νέων αντικειμένων και γεγονότων στα υπάρχοντα νοητικά σχήματα. Η αναπροσαρμογή είναι η διεργασία της μεταβολής των εσωτερικών γνωστικών δομών ώστε να εναρμονιστούν με το εξωτερικό περιβάλλον. Η αφομοίωση και αναπροσαρμογή είναι διεργασίες που λειτουργούν μαζί. Καθώς η πραγματικότητα αφομοιώνεται, οι γνωστικές δομές ανασχηματίζονται.
Κατά τους R. Gagne και Bruner, ο μαθητής μπορεί να μάθει οτιδήποτε, εφόσον έχει αφομοιώσει όλες τις σχετικές, με το προς μάθηση αντικείμενο (εφόσον του δοθεί στο ανάλογο επίπεδο της ηλικίας του), προηγούμενες γνώσεις. Η δομή του περιεχομένου της γνωστικής ύλης πρέπει να είναι οργανωμένη με ιεραρχικό τρόπο. Για να προχωρήσει ο μαθητής από το ένα επίπεδο στο άλλο πρέπει πρώτα να καταστήσει τις γνώσεις από όλα τα προηγούμενα [Μητροπούλου Β. 2002].
Η άποψη αυτή βρίσκει εφαρμογή σε ένα Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης στην εξ’ Αποστάσεως Εκπαίδευση με το Παιδαγωγικό Μονοπάτι (πρότυπο Sharable Content Object Reference Model – SCORM).

ΘΕΩΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ (INFORMATION PROCESSING THEORY)
Δύο βασικές παραδοχές βρίσκονται στο κέντρο της θεωρίας επεξεργασίας της πληροφορίας:
· η ανθρώπινη μνήμη είναι ένας ενεργός και οργανωμένος επεξεργαστής πληροφοριών και
· η προηγούμενη γνώση παίζει σπουδαίο ρόλο στη μάθηση.
[http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/Griza/gri-2005-513/chapter_2_Learning_Theories_and_Educational_Technology.pdf]
Η θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών στηρίζεται στην υπόθεση ότι το ανθρώπινο μυαλό συνεχώς προσλαμβάνει πληροφορίες από το εξωτερικό ή το εσωτερικό περιβάλλον, τις επεξεργάζεται και τις αποθηκεύει αναλόγως σε μνήμες διαφορετικής χωρητικότητας (μακροπρόθεσμη και βραχυπρόθεσμη). Ο εγκέφαλος, δηλαδή, λειτουργεί όπως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, στον οποίο εισάγονται τα στοιχεία ή οι πληροφορίες, γίνεται η επεξεργασία τους και εξάγονται τα αποτελέσματα, βάσει των οποίων συμπερασμάτων δείχνουν ότι η μάθηση πραγματοποιήθηκε.
Σύμφωνα με το μηχανισμό μνήμης, η θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών διακρίνει τη μνήμη σε βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη. Η βραχυπρόθεσμη αποτελεί το χώρο επεξεργασίας των πληροφοριών. Τα δεδομένα κωδικοποιούνται, αποθηκεύονται προσωρινά εκεί και διατηρούνται για 20 δευτερόλεπτα. Μέσω, όμως, της επανάληψης οι πληροφορίες διατηρούνται περισσότερο χρόνο, συστηματοποιούνται, δομούνται με κατάλληλο τρόπο και αποθηκεύονται μόνιμα στη μακροπρόθεσμη μνήμη. Στην περίπτωση ανάκλησης των πληροφοριών από τη μακροπρόθεσμη μνήμη γίνεται πρώτα το πέρασμά τους στη βραχυπρόθεσμη και ύστερα η εξωτερίκευσή τους.
Η βραχυπρόθεσμη μνήμη συγκρατεί περιορισμένο μόνο αριθμό πληροφοριών σε μια δεδομένη στιγμή. Εάν είναι πλήρης, η νέα πληροφορία που ανακαλείται είτε από το εξωτερικό περιβάλλον, είτε από τη μακροπρόθεσμη μνήμη, γίνεται αποδεκτή στη θέση της παλιάς, η οποία χάνεται. Μέσω της επανάληψης, όμως, είναι δυνατό να διατηρηθεί η παλιά πληροφορία στη βραχυπρόθεσμη μνήμη για περισσότερο καιρό.
Με βάση τη θεωρία της επεξεργασίας των πληροφοριών ο εκπαιδευτικός μπορεί να επηρεάσει θετικά το φαινόμενο της μάθησης, αν χρησιμοποιήσει κατάλληλες διδακτικές ενέργειες, όπως η διέγερση της προσοχής των μαθητών, η χρήση εποπτικών μέσων, hypermedia. [Τριλιανός]

ΕΞ’ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΜΑΘΗΣΗ
Ορισμός
Στο πιο βασικό της επίπεδο η εξ’ αποστάσεως μάθηση λαμβάνει χώρα όταν ο καθηγητής και ο μαθητής χωρίζονται από φυσική απόσταση και η τεχνολογία (Η/Υ, φωνή, βίντεο) χρησιμοποιείται για να γεφυρώσει το χάσμα.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Διαμοιρασμός γνώσης (Sharp of Knowledge)
Αλληλεπίδραση μεταξύ δασκάλου – μαθητή
Διαχείριση μαθήματος – τάξης – σχολείου
Ενδυνάμωση (motivation) της επιθυμίας για πρόσβαση στη γνώση
Αυτοαξιολόγηση (self-evaluation) των μαθητών για το ποσοστό αφομοίωσης της γνώσης
Προσαρμοστικότητα (adaptivity) στις προσωπικές ανάγκες δασκάλου – μαθητή

Ποιες είναι οι διαστάσεις της εφαρμογής ενός Συστήματος Διαχείρισης Μάθησης (LMS) σε ένα σχολείο;

1. Αποθήκευση και προβολή του εκπαιδευτικού πολυμεσικού υλικού
2. Εξ’ αποστάσεως διαχείριση μέσω φυλλομετρητή (browser) για κάθε χρήστη και διαχειριστή. Δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις για τη διαχείρισή του.
3. Δυνατότητα δημιουργίας διαφορετικών τύπων χρηστών άρα:
· Προσαρμογή του ΣΔΜ στις προσωπικές ανάγκες του κάθε χρήστη
· Δυνατότητα στο σύνολο των καθηγητών ενός σχολείου να δημοσιεύσουν το υλικό τους. Το Σύστημα μπορεί να διαχειριστεί, ταυτόχρονα, μέχρι και 20.000 μαθήματα.

Η ανάγκη συνεύρεσης δασκάλου – μαθητή στον ίδιο χώρο (τάξη), παύει να έχει τη βαρύτητα που είχε με τους παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας. Κάθε Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης δημιουργεί δεσμούς εγγύτητας μεταξύ δασκάλου και μαθητή ή καλύτερα μαθητή και γνωστικού αντικειμένου. Ο μαθητής έχει πλέον πρόσβαση στη γνώση με ποικίλους τρόπους, αποτελώντας μέλος μιας εκπαιδευτικής ηλεκτρονικής κοινότητας (cyber-community). Η ανταλλαγή γνώσης μεταξύ μαθητών με διαφορετικές εμπειρίες τους επιτρέπει να αυξήσουν τις δεξιότητες επικοινωνίας, διαλεκτικότητας και κοινωνικότητάς τους [Flynn 1992, Schlechter 1990]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Λιοναράκης Α., Προς μια θεωρία της Ανοικτής εξ’ Αποστάσεως Εκπαίδευσης – η εξέλιξη της πολυπλοκότητάς της
http://www.eap.gr/programmes/ekp/ekp65/docs/AR1.doc
προσπελάστηκε 22-11-2006
Μητροπούλου Β.,(2002), Μάθηση με Πολυμέσα: Εφαρμογή στο Σχολικό Θρησκευτικό Μάθημα 17-27
Ausubel (1978), Educational Psychology: A Cognitive View, New York
Κόμης Β., Εισαγωγή στις Εκπαιδευτικές Εφαρμογές των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών στην Εκπαίδευση.
www.ecedu.upatras.gr/ICTE.pdf προσπελάστηκε 25-11-2006
Θεωρίες μάθησης στην εκπαιδευτική τεχνολογία
http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/Griza/gri-2005/513/chapter_2_Learning_Theories_and_Educational_Technology.pdf προσπελάστηκε 22-11-2006
Τριλιανού Θ.,(2004), Μεθοδολογία της Σύγχρονης Διδασκαλίας 107-119
http://www.repuni.org/IMG/pdf?proximite_societe_de_1_information.pdf προσπελάστηκε 25-11-2006
Μανιτσάρης Σ., Παυλίδης Σ., Πέρδος Α., Μπομπόλη Ε.,(2006), Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης (ΑΣΕΑ) και ΤΠΕ στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο με διεθνή συμμετοχή. «Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση». Θεσσαλονίκη
Flynn J., (1992), “Cooperative learning and Gagne’s events of instruction: a syncretice view”, Educational Technology, October, 53-60.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

Evaluating Asynchronous & Synchronous Distance Learning platform

Παρουσίαση στο συνέδριο της IASTED2007 με θέμα: "Web Based Education (WBE)", Chamonix, Γαλλία, Μάρτιος 2007

S. Manitsaris1, 2 S. Pavlidis2 E. Bompoli2
1Ph.D Student, Department of Applied Informatics, University of Macedonia
2 Teacher, Hellenic-French School “Calamari”
sotiris@uom.gr sapavlidis@yahoo.gr ebompoli@gmail.com


ABSTRACT

ICT can play significant role in the educational process as they bring important changes to the traditional way of teaching, using multimedia and internet technology. This paper presents the evaluation of the application of a Learning Management System, called ASDL (Asynchronous & Synchronous Distance Learning), in Greek private high-schools. ASDL was mainly implemented to be used by students. Pupils are called to use and evaluate such a system for their first time. Studying the questionnaires helped us to export useful conclusions about the pupil’s available material infrastructure at home and the way they appreciated the system. Pupils were between 12 and 15 years old. The questionnaires have been integrated in an explicative “story” due to the particular age of the pupils. This method was a better way, in comparison to the traditional questionnaires, to express more clear and comprehensible questions and to get safer answers. It is concluded, through the data analysis and our experience that the participation in this project and the use of ASDL really appreciated and helped pupils. Nevertheless, approximately four out of five pupils could systematically meet asynchronous communication requirements and less than one out of three could participate to synchronous distance learning.

KEY WORDS
LMS, High School, data analysis, Internet, Multimedia


1. Introduction

In our previous study we examined the possibility of applying a Learning Management System (ASDL) in High Schools in Greece [1]. Our aim was to record the needs of teachers and pupils as well, regarding the application of ICT in education and the role that a LMS, like ASDL, is called to play. ASDL has been applied in the Hellenic-French School “Calamari” High School for internal use for an 8- month period.

Our effort was completed by assessing the acceptance of ASDL by pupils who were called to use such a platform for the first time and subsequently to evaluate it.

The difficulties that were observed concerning the comprehension and completion of questionnaires by the pupils and our purpose to examine the availability of the pupil’s minimal material requirements and the technical infrastructure at home, led us to a new extended study.

The aim of this study was:
1. The comprehension degree of a questionnaire completed by pupils between 12 and 15 years old. The used questionnaire was integrated in an explicative “story” and it concerns the evaluation of ASDL;
2. The record of the pupil’s available technical infrastructure at home (computers, connectivity, available software.)
3. The adaptation of ASDL parameters [2], addressed mainly to students, for use by high school pupils and teachers (user environment, interactivity, system’s ergonomics…)

2. ASDL Asynchronous and Synchronous Distance Learning

ASDL is a platform that integrates the functionality of a dynamic database and the ability to store and project educational multimedia information. Moreover it does not require technical knowledge of Internet services, in order to publish and manage data as it offers remote management only by the use of an Internet browser.

Links between the platform and the educational process are multi-dimensional based on the need of teachers [3] and pupils to communicate in a virtual classroom [4].
ASDL, which is an extension of an existing system named DOKEOS, meets synchronous communication requirements such as videoconferencing, streaming video and SCORM (Sharable Content Object Reference Model) lessons in Greek language. It is implemented by Multimedia and Graphics Lab of the Department of Applied Informatics of University of Macedonia, Greece [5]. After an extensive study, we found out that familiar platforms do exist in other universities and schools but they do not meet all the specifications of ASDL. Therefore we examined if this platform could be applied in High Schools and Lyceums and tried to evaluate its use.
Briefly ASDL:
· Supports storage and projection of educational multimedia files. In addition SCORM lessons can be supported in order to achieve reusability, accessibility and interoperability [6] of the content only by the use of any internet browser.
· Offers distance administration as everything can be done only by the use of an internet browser. In this way there is no demand for users to have technical knowledge as well as for the administrator to be physically presented.
· Supports different kinds of users in order to provide personalization, protect the files and the parameters of the platform and make the administration easier.
· Supports videoconferencing and streaming video and as a consequence it gives the feasibility for synchronous education. Therefore it cancels all the geographical limits existing in Greece.

All these features show that ASDL create proximity links between teachers and pupils or even better between pupils and the lesson. Therefore a virtual educational community is created.

3. A pedagogical method for developing questionnaires

While studying questionnaires for the ASDL evaluation, in a previous study, many difficulties were observed by the pupils concerning the comprehension of questions. So, we were obliged to ignore 18% of the questionnaires.

The individual is not a passive receptor of environmental stimuli, but an active recipient of information [7]. He has the possibility of modifying his environment in what he develops relations of reciprocal interaction. The essential question is “how” the knowledge is acquired. The answer in this question is that, knowledge is a complicated process in which not only memory participates, but also will and imagination.

We tried to create an explicative “story”, where the pupil could engage more easily the offered IT terminology, especially for those between 12 and 13 years old. On the other hand, pupils of 13 - 15 years old are already familiar with this terminology. It has been harmonised with their age and needs. Condition of answering the questionnaire was the nature of information. Thus, we visualised, where possible, the information given through the questions. The respect of the pupils’ age and the particular relation they develop with their environment, prompted us in the use of a myth that has been written by us. The used places (e.g. the teenager’s room, the computer) had real and virtual elements. In this way we try to excite the pupil’s imagination. An essential parameter for the questionnaire development was the classification of the informative extensions. The questions are developed step by step helping the student to comprehend it and answer with clarity.

Briefly the story was:
A pupil should prepare a homework concerning Ancient Greece. He should search for information in the website of the “Foundation of the Hellenic World” (http://www.ime.gr). The pupil, in the virtual reality topic of this website, clicks on the statue of Minerva and oddly, the goddess livens up and is presented in front of him. A dialogue begins. The person from the past admires the progress of modern world and asks to learn about this entire marvel. In the plot of the story questions come as a consequence of Minerva queries.

Thus, we deployed questionnaires including 45 questions, separated in 10 units depending on the pupil’s hardware and technical infrastructure at home, the use and the functionalities of ASDL and the assessment of the educational process. We used questions of closed type, multiple possible answers, and finally Likert scale questions for the evaluation of platform’s ease of use [8]. We distributed 214 questionnaires out of which 14 were invalid. Comparatively with the previous research, a reduction 11,5% of invalid questionnaires was observed using this method.

Additionally, in order to see if the method used in the creation of the questionnaire helped pupils to answer, we added the following question: "Did the explicative "story" helped you to answer the question? The 68% of the pupils were finally helped.

The pupils of 12-13 years old, for which this method was mainly developed, corresponded positively. We observed that 84,5% of them answered that the story helped them. It was the highest percentage of acceptance among the three classes of ages.


4. Technical infrastructure and connectivity

An e-learning system, such ASDL, presupposes the existence of the pupil’s minimal hardware and technical infrastructure at home. In the first unit, concerning the infrastructure, we asked to answer if they allocate a personal computer, an Internet access and the connection type.

We concluded that 98,5% of the pupils allocate a computer at home. This constitutes an important background for the future development and use of a system for distance learning adapted in the abilities of pupils. In addition, 79,5% of the pupils have access to the Internet. Out of this percentage, 33% allocates PSTN line, 18% an ISDN line and 28,5% an ADSL connection.

Asking the question “How often do you usually use the Internet?” we concluded that the majority of the pupils use Internet several times a week. Nevertheless the percentage of 15,5% that uses it seldom is important. We applied a crosstabulation table for examining the relationship between the variables of “Connection type” and “Frequency”.
We observe that, by PSTN holders 90,9% are connected by once a month to several times a week. By ADSL holders the 78,9% are connected several times a week to every day. We appreciate that this result is owed to the relation between cost and flow of data transmission. Half of the pupils are connected to the Internet especially in order to use ASDL.
Considering that the total of pupils having a computer at home uses Windows 2000/XP and has installed a certain version of MS Office and Internet browser, we asked for additional software namely Antivirus software, Reader Software and Files compression software.

A relatively important percentage of pupils have installed the required software. Nevertheless is necessary that the total of pupils dispose of the minimal particular software.

Let’s separate the conclusion of the infrastructural evaluation on two fundamental axes: the ASDL application at first for asynchronous and on the other hand for the synchronous distance learning. Both of those two axes are very important.

Regarding the asynchronous distance learning we understand that 78% of pupils (possessing a pc with any kind of internet access) can have access on course presentations, announcements, resolved exercises, on line tests and SCORM lessons.

On the other hand, only 28% of pupils (possessing a pc with an ADSL connection) can have access on synchronous communication such as videoconferencing or streaming video.


5. ASDL application in a High School

Proximity: “I am near”, or “I feel near”
A lot of new theories using the proximity concept, in combination with the ICT, make their appearance: “proximity digital spaces”, “proximity distance learning”… ICT has accomplished to decrease exchange distances for any kind of information. Certain years ago, before ICT’s integration in education, proximity had powerful bonds with the geographical distance, which was absolutely measurable. Today, we conclude easily the differentiation from the geographical distance to that of points of presence in the Web, the contacts that link them and their usefulness. In other words, even if the schoolteacher and the pupil are not in the same place, they feel near. Consequently for the “digital spaces” or “digital worlds”, the concept of geographical distance loses its value only if it exist a common objective or a plan of work. If this common objective is the acquisition of knowledge and ICT supports this objective, then we can achieve important results in the pedagogical process.

During the ASDL application at school, we used the basic offered operations mainly for the asynchronous distance learning. We choose these operations because of the fact that this type of platforms is implemented for use by students and not by High School pupils. ASDL was applied only for two courses. Our aim was to record the system’s acceptance.
Briefly we published:
Presentations for the courses developed in MS PowerPoint
Notes for the courses developed in MS Word or Acrobat Reader
Examples resolved from the teacher
Interactive exercises that pupils should prepare for the next time.
We mainly used
The announcement unit to inform pupils about cooperative activities [1]
The agenda unit was used as a course organizer.
At the same time we created online test, using Hot Potatoes software and SCORM lessons using Reload.

Regarding the synchronous communication methods, we carried out about three live videoconferences via ASDL. Pupils were in the same classroom and the teacher was in another place. Two ADSL connections at 256 kbps were available for both of pupils and teacher.
We observed that pupils can be easily adapted to a lesson carried out via videoconference. Additionally, we consider that the presence of a supervisor in the classroom is very important, especially for more than 20 pupils. Self-discipline is a difficult process for children.

First of all, a video projector was an essential, technical and educational hardware because this way, pupils had a direct view of the teacher. On the other hand, the use of more than one microphones is recommended, so that the discussion with the teacher becomes easier and faster.

ASDL services, like a light-pen and a whiteboard, were very useful during the videoconference. These services can simulate the classroom considerably.

Taking into account that the ideal condition for the educational process is the physical presence of the teacher in the classroom, based on a previous statistical analysis of a videoconference project [9], we understand that the physical presence could approximately be replaced if:
Pupils feel satisfied for their participation in the videoconference process;
There is a high quality multimedia educational material (presentations, SCORM lessons.);
The data transmission flow permits high quality video and communication between teacher and pupil.

6. Evaluating ASDL

The aim of the rest 9 questionnaire units is to check out if it is possible to apply systematically ASDL in a High School. Those 9 units concern briefly:
1. software installation,
2. system’s ergonomics,
3. ASDL help,
4. presentation of the information,
5. terminology,
6. familiarization with ASDL,
7. information quality,
8. general estimation for the system, and
9. particular information from the user.

Afterwards we mention some interesting elements from the data analysis of the sixth unit. From the following graph, it is obvious that the pupils’ familiarization with the system was from moderate to difficult, 53%. The prevailing opinion was that the learning procedure concerning ASDL was quite complicated for the pupils. Moreover pupils used such a system for the first time.

Combining user familiarization with the required time for that, we took some useful information. That is, the highest percentage of pupils estimate that the required time is bearable with tendency to become enough. Taking into consideration that we are addressed to pupils of 12 to 15 years old, the significance of time is different from an adult (for teenagers, time rolls very slowly).

The publication of notes and presentations for the course helped considerably pupils in case of absence. Generally, their opinion for the announcements and the presentations was positive. We can easily understand that pupils preferred presentations of the courses to the teacher’s announcements in case of absence.

The fact that pupils find a motive to study more is not only proved by the above diagram but also from the grades they achieved. This fact was observed by us during the teaching process and was confirmed by the pupils through the questionnaire. 90,8% of pupils were prompted at least little to study. An important percentage of pupils, get satisfaction using ASDL.

In the answered question regarding the general view about ASDL, we observe that 83,7% of the pupils consider that it is a good or very good platform.

Finally, taking into account the fact that for more than a year ASDL supports only two courses of secondary education and the fact that most of pupils are connected several times a week at least for the ASDL, we concluded that the system has high acceptance from pupils.

7. Conclusion and Future Work

After the data analysis of the questionnaire and the experience we obtained through the teaching process we came to the following conclusions. The adopted method of using questionnaires integrated in an explicative “story” seems to have positive results as this kind of questionnaire renders the procedure of answering more valid.

At the moment, the asynchronous distance learning can take place without important infrastructure limits as approximately four out of five pupils could meet asynchronous communication requirements.
On the other hand, taking into consideration the fact that one out of three pupils use broadband connection at home, we can estimate that there are perspectives for more systematic use of synchronous distance learning in the future.

Regarding ASDL’s ease of use, we faced some obstacles depending on the user’s familiarization and the required time to learn the system. We should mark again the fact that ASDL is addressed to students and that pupils are called to use it for the first time. Despite familiarization gaps, pupils responded positively at the question regarding the use of ASDL for other courses as well.

The fact that ASDL was designed primarily for use by students at university level does not constitute in an environment that satisfies the educational needs of pupils of secondary education. Taking this fact into consideration we intend to redesign the interface of the ASDL using elements that are familiar to pupils.

Furthermore, from our experience we observed that ASDL has been an important helper in the educational process, especially for the pupils with learning difficulties (e.g. dyslexia, hyper kinesis, and distraction). In future we aim to research in what extend a learning environment such as ASDL helps these pupils to ameliorate the performance at school.

Concluding, a completed ICT project for the educational process can lead to positive results only by establishing and “articulating” its potentials, pupils and teachers, by creating organizational practices.

References

[1] S. Manitsaris, S. Pavlidis, A. Perdos, E. Bompoli, A Learning Management System (ASDL) on High School, Proc. 5th Information and Communication Technology in the Education, Thessaloniki, 2006, p444-452
[2] S. Manitsaris, A. Perdos, S. Pavlidis, An open-source Learning Management System (ASDL) using ICT for High Schools, Proc. 6th IEEE International Conference on Advanced Learning Technologies, Kerkrade, 2006, p216-218
[3] S. Kazi, A conceptual framework for web-based intelligent learning environment using scorm, advanced learning technologies, 2004, p12-15
[4] J. Flynn, Cooperative learning and Gagne’s events of instruction: a syncretice view, Educational Technology, 1992, p. 53-60
[5] S. Kerkiri, A. Manitsaris, I. Mavridis, Defining adaptive e-learning courses in Semantic Web, Proc. 8th WSEAS International Conference on Computers (CSCC 2004), Athens, 2004, p1226-1331
[6] T. Schlechter, The relative instructional efficiency of small group computer-based training, Journal of Education Computing Research, Vol. 6, No. 3, 1990, p329-341
[7] K. Porpodas, The procedure of learning (Athens, 1993)
[8] J. McDonald and Czerniak, Developing Interdisciplinary Units, School Science and Mathematics, vol. 94(1), 1994
[9] A. Perdos, S. Manitsaris, B. Syrris, Evaluating Methods & Models of Distance Learning on the High School. Proc. 4th Information and Communication Technology in the Education, Athens, 2004, p579-584









An open – source Learning Management System (ASDL) using ICT for High Schools

Παρουσίαση στο συνέδριο της ICALT2006, Kerkrade, Ολλανδία, Ιούλιος 2006


S. Manitsaris A. Perdos S. Pavlidis
Ph.D. Student Ph.D. Student Teacher
Department of Applied Informatics, UOM
sotiris@uom.gr perdos@uom.gr sapavlidis@yahoo.gr


Abstract

This paper presents the specifications of an open – source Learning Management System using ICT, which was implemented on a Greek High school. This effort began because of our interest to see the impact of the use of Multimedia and Internet resources having e-learning content, in a classroom. Greece lags far behind in use of Internet towards other European Countries. This paper also presents how pupils evaluated the use of this innovative pedagogical framework. Our research was extended to the new role that teachers called to adapt in teaching

1. Introduction

Personal use of Internet increases significantly in Europe even though the level of progress varies among the member countries (42% in 2000 towards 53% in 2003). Greece lags far behind in use of Internet and in infrastructure. Only one to five Greek people used Internet in 2004. 55% were students and Lyceum pupils towards the 85% of E.U other countries. A significant detail is that 40% of Greeks users search in Internet for educational purposes [1],[2].
66% of Greeks who have Internet access use low bandwidth connections (PSTN) and only 1% have high bandwidth connection (ADSL) towards the 13% European average percentage. 50% of Greek users access internet from their home, 25% from school or university, and 20% from Cyber Café. Internet access from Cafés holds the biggest percentage in Europe.
Anyone can understand that even though Greece lacks Internet infrastructure, there is a great willing form students and pupils to use internet for educational purposes. Greece has the biggest access percentage from schools and universities in comparison to other European countries.
Computers can play significant role in the educational process as they bring important changes to the traditional way of teaching, with the use of multimedia and internet applications.
European and Greek experience shows that it is not very easy to apply ICT - based educational methods. There are many factors that contribute to this such as
· Infrastructure hardware
· Educational software
· Teachers’ education
· National central planning
All the above difficulties create the need to put all the individual efforts of teachers under a single platform, which in no case substitutes the school and the traditional role of teacher. It is the use of the tool that will transform the educational process and not the tool itself [3].

2. Characteristics of the Educational Platform

Taking under consideration the situation described above, it is cleared that there is a need to create a platform for distance education, adapted in following characteristics:
Sharing of knowledge
It is important to publish educational material as well as to access it, not only during the tutorials (synchronous education) but also during the study and preparation (asynchronous education).
Interaction between teachers and pupils
Another requirement is to extent communication between teachers and pupils beyond the limits of the school building. In this way pupils sense the presence of teacher, even when they study.
Administration of courses – classes – schools
For best administration, the platform must satisfy some basic organizational operations such as the bulletin board, workgroups, homeworks and the exemplarily resolved exercises.
Intensification of wish to access the knowledge
The most important success factor for distance education, regarding pupils of High school or Lyceum, is the satisfaction that they feel from this process.
Self-assessment of students
On– line tests such as multiple choice tests
Personalization for each student and professor
The educational software should be adapted in the demands of teachers. As far as pupils are concerned they should be able to evaluate his knowledge through escalated difficulty tests
A lot of new ideas that use the significance of proximity, concerning ICT, make their appearance, “proximity digital spaces”, “proximity distance education” etc. The ICT can decrease distance of exchange of all kind of information. Before the integration of ICT in the educational process, the proximity had powerful bonds with geographic distance, size absolutely measurable. We easily can conclude the differentiation from the direction of geographic distance to that of points of presence in the World Wide Web, and the hyperlinks that connect them. In other words, even if the schoolteacher and the pupil are not found in the same place, they feel very close to each other. Consequently for “digital spaces” or better for “digital worlds”, the idea of geographic distance does not exist any more if there is a common objective or framework [4], [5].

3. ASDL Asynchronous and Synchronous Distance Learning

ASDL is a platform that integrates the functionality of a dynamic database and the ability to store and project educational multimedia information. Moreover it is not required technical knowledge of Internet services, in order to publish and manage data as it offers remote management only by using an Internet browser.
Links between the platform and the educational process are multi-dimensional based on the need of teachers and pupils to communicate in a virtual classroom [6].
ASDL, which is an extension of an existing system named DOKEOS, meets synchronous communication requirements such as videoconferencing, streaming video and SCORM (Sharable Content Object Reference Model) lessons [7] in Greek language. It is implemented by Multimedia and Graphics Lab of the Department of Applied Informatics of University of Macedonia, Greece [8], [9]. After an extended research, we found that familiar platforms do exist in other universities and schools but they do not meet all the specifications of ASDL. Therefore we examined if this platform could be applied in High Schools and Lyceums and tried to evaluate its use.

Briefly ASDL:

· Supports storage and projection of educational multimedia files. In addition SCORM lessons can be supported in order to achieve reusability, accessibility and interoperability of the content only by using any internet browser.
· Offers distance administration as everything can be done only by using an internet browser. In this way there is no demand for users to possess technical knowledge as well as for the administrator to be physically presented.
· Supports different kinds of users in order to provide personalization, protect the files and the parameters of the platform and make the administration easier.
· Supports videoconferencing and streaming video and as a consequence it gives the feasibility for synchronous education. Therefore it cancels all the geographical limits that do exist in Greece.
All these features show that ASDL create proximity links between teachers and pupils or even better between pupils and the lesson. Therefore a virtual educational community is created.

4. The application of ASDL in education

According to statistics concerning the use of Internet and the technical infrastructure in Greece, the ASDL exceeds all the mentioned difficulties because:
1 It suppresses the distance as an obstacle of communication because it is based on the technology of Internet
2 It offers easy access to knowledge because it is just a web page in the Internet and there is no need for expensive equipment usually required by ICT. Therefore the segregation in privileged and not students is abolished.
3 It exceeds the problem of low connection speeds in the Internet. The solution that was adopted, concerns creation of pages that do not require significant transferring times from servers to clients. Moreover the publication of educational material is achieved with very low speeds of 33, 6 Kbps.
4 The platform is based on a simple installation in a central computer, unique for a lot of schools. Thus, the user of ASDL needs only an operating system, an internet browser and office applications.
5 The system can function even with computers with low resources.
6 The high economic demands often prohibit the financing and the creation of such applications in schools. The ASDL is an open source platform.
7 ASDL resolves the problem of distance when it concerns Greek islands and inaccessible mountainous villages. The world is flat as Bill Gates said.
8 The level of required knowledge concerning the use of ASDL is as minimal as possible. Greek teachers have been trained in use of computers during the seminars organized by Information Society. Pupils have just to recall the knowledge that they acquire from the course of Informatics in the High school

5. ASDL and Evaluation

Our opinion about the role of the schoolteacher and the way that a course is implemented, is definitely influenced by our perceptions and beliefs and the relative research that we have conducted [10], [11], [12], [13], [14]. In order to obtain a more integrated perception, questionnaires were given to pupils. The questionnaires consisted of 38 questions divided in 9 sections depending on the use, the operability and the undertaking of whole process. Some indicative questions that show the opinion of pupils about the use of ASDL, are now presented.

The first question is about how pupils estimate ASDL. A great percentage of pupils strongly accepted the concept of ASDL.

Although it is obvious that ASDL helps pupils to obtain the same level of knowledge either in case of absence or not, there is a significant percentage of pupils that consider ASDL did not actually helped them. An explanation for this, lies in the fact that some pupils did not have internet access from their home. There is also the possibility that some pupils are used to the traditional way of teaching and they cannot adapt themselves to ICT based training.
Another indicative question that shows how ASDL brings new standards in education. The fact that pupils find a motive to study more is not only proved by the above diagram but also from the grades they achieved. This fact was observed by us during the teaching process and was confirmed by the pupils through the questionnaire.

6 Conclusion and Future Work

After the analysis of the questionnaire and the experience that we obtained through the teaching process we came in the following conclusions
1 If a pupil loses a tutorial because of case of illness or participation in school activities, he/she has the ability to have access to the presentations, the examples and all the teaching material. In this way all students obtain the same level of knowledge either they attend the classroom or not.
2. The pupils have better assimilation of the course concepts in comparison with to the ones of previous years. In this, contributes the fact that they have the chance to do exercises and tests from their home and evaluate their knowledge.
3. The pupils recognize that computers do not exist only for playing games but also as a mean to gain knowledge. Since they are familiar with ICT, they will probably correspond very easily later, in the requirements of their academic studies.
For more than 6 months ASDL supports two courses of secondary education that have very high acceptance from pupils. This encourages us to create courses based on SCORM lessons, which will be available next school year. We also intend to create videos lectures and use ASDL’s videoconference feature more, in order to share knowledge in various ways.

7. References

[1] Internet and the public at large, FlassEB no135– report, p.25, fig4a, accessed on 3/2/2006,
http://europa.eu.int/comm/public_opinion/flash/fl125_en.pdf
[2] The digital divide in Europe, (2005), Eurostat News Release 143/2005, accessed on 3/2/2006
http://epp.eurostat.cec.eu.int/pls/portal/docs/PAGE/PGP_PRD_CAT_PREREL/PGE_CAT_PREREL_YEAR_2005/PGE_CAT_PREREL_YEAR_2005_MONTH_11/4-10112005-EN-AP.PDF
[3] Αξιολόγηση των παραγόντων για την ανάπτυξη και το σχεδιασμό της εξ΄ αποστάσεως εκπαίδευσης μέσω του διαδικτύου, accessed on 3/2/2006, http://www.eap.gr/news/EXAGGELIA_SYNEDRIOU/synedrio/html/sect5/85.htm
[4] Les conditions de réussite du e-learning et le travail collaboratif dans les collectivités locales, accessed on 3/2/2006, http://www.renupi.org/IMG/pdf/e-learning_travail-collaboratif-2.pdf
[5] Proximité et Société de l’Information, accessed on 3/2/2006 http://www.renupi.org/IMG/pdf/proximite_societe_de_l_information.pdf
[6] FLYNN, J., “Cooperative learning and Gagne’s events of instruction: a syncretice view”, Educational Technology, October (1992), p. 53-60
[7] KAZI S., “A conceptual framework for web-based intelligent learning environment using scorm”, advanced learning technologies, (2004), p12-15
[8] MASTORAS TH., MANITSARIS A., Προσαρμόζοντας ένα Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης ανοιχτού λογισμικού στις σύγχρονες απαιτήσεις ηλεκτρονικής μάθησης. Η περίπτωση του Dokeos, 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΕΕΠ - ΔΤΠΕ - "Μάθηση και Διδασκαλία στην Κοινωνία της Πληροφορίας", Αργυρούπολη,(2005)
[9] MASTORAS TH., MANITSARIS A., MAYRIDIS I.Η Υλοποίηση του Συστήματος Διαχείρισης Μάθησης 'ΑΣΕΑ', Δυνατότητες και Προοπτικές, Εθνικό Συνέδριο Ελληνικής Εταιρείας Συστημικών Μελετών (ΕΕΣΜ) με θέμα "Συστήματα Διαχείρισης Γνώσης και Διακυβέρνησης", Τρίπολη Αρκαδίας, (2005),
[10] SCHLECHTER, T. “The relative instructional efficiency of small group computer-based training”, Journal of Education Computing Research, Vol. 6, No. 3, (1990), p329-341
[11] GIAKOUMATOU T., Οι νέες τεχνολογίες συναντούν το ελληνικό σχολείο, Οι τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών στην Ελληνική Εκπαίδευση: Απολογισμός και Προοπτικές, (2004), p392-399
[12] KARAGIANNIS G., Χαρακτηριστικά σύγχρονων συστημάτων πολυμέσων για εκπαιδευτικές εφαρμογές – τεχνολογικές τάσεις, Οι τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών στην Ελληνική Εκπαίδευση: Απολογισμός και Προοπτικές, (2004), p72-83
[13] PAVLIDIS S., PERDOS A., MANITSARIS S. Θρησκευτικά & Πληροφορική, συμπεράσματα και αξιολόγηση, ενός εναλλακτικού τρόπου διδασκαλίας, (2004)
[14] PERDOS A., MANITSARIS S., SYRRIS B., Μέθοδοι και Μοντέλα Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης σε Μαθητές Γυμνασίου Λυκείου και Αξιολόγηση τους, Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση, Αθήνα, (2004), p579-584

Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης (ΑΣΕΑ) & ΤΠΕ στη Β/θμια Εκπαίδευση

Παρουσίαση στο συνέδριο ΕΤΠΕ2006 με θέμα:«Οι Τεχνολογίες της Πληροφορικής και των Επικοινωνιών στην Εκπαίδευση», Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2006

ΜΑΝΙΤΣΑΡΗΣ1,2 Σωτήρης και ΠΑΥΛΙΔΗΣ2 Σάββας και ΠΕΡΔΟΣ1,2 Αθανάσιος και ΜΠΟΜΠΟΛΗ2 Ελισάβετ

1 Υπ. Δ. Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
2 Καθηγητές Ελληνογαλλικής Σχολής Καλαμαρί
sotiris@uom.gr, sapavlidis@yahoo.gr, perdos@uom.gr, ebompoli@gmail.com


ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Σκοπός της έρευνας αυτής είναι η παρουσίαση της χρήσης ενός ανοικτού συστήματος διαχείρισης μάθησης που θα καλύπτει από απόσταση τις ανάγκες των δασκάλων-μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Για την έρευνα λήφθηκε υπόψη η κατάσταση που επικρατεί σχετικά με τη χρήση και την υποδομή του διαδικτύου αλλά και τις εκπαιδευτικές ανάγκες που διέπουν τη σχέση δασκάλου-μαθητή.
Το σύστημα διαχείρισης μάθησης που χρησιμοποιήθηκε, είναι το ΑΣΕΑ και επιτρέπει αφενός τη συμμετοχή από απόσταση των μαθητών σε εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες και αφετέρου τη δυνατότητα προετοιμασίας, παρουσίασης και διαχείρισης του εκπαιδευτικού πολυμεσικού υλικού των μαθημάτων αλλά και της αξιολόγησής τους.
Η έρευνα ολοκληρώθηκε με την αξιολόγηση του ΑΣΕΑ (μέσω στατιστικής ανάλυσης ερωτηματολογίων) και την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων.


ΛΕΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΑ: Συστήματα Διαχείρισης Μάθησης, Τεχνολογίες διαδικτύου & πολυμέσων, Β/θμια Εκπαίδευση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η προσωπική χρήση του Διαδικτύου αυξάνεται σημαντικά στην Ευρώπη, από 42% το 2000 στο 53% το 2003, παρόλο που η επιμέρους αύξηση ποικίλει ανάμεσα στα κράτη μέλη. Η Ελλάδα σε αντίθεση με τις βόρειες χώρες της ΕΕ παραμένει ουραγός στη χρήση και την υποδομή του Διαδικτύου. Ένας μόνο στους πέντε έλληνες το χρησιμοποίησε για το 2004 από τους οποίους το 55% ήταν φοιτητές ή μαθητές Λυκείου, σε αντίθεση με το αντίστοιχο ποσοστό για την ΕΕ που ήταν 85%. Δεν πρέπει να παράβλέψουμε το ότι το 40% των Ελλήνων χρηστών χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Σε ό,τι αφορά την υλικοτεχνική υποδομή το 66% των ελλήνων που έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο χρησιμοποιούν σύνδεση χαμηλών ταχυτήτων (PSTN) ενώ μόλις το 1% έχει σύνδεση υψηλών ταχυτήτων (ADSL) σε αντίθεση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο του 13%. Ένας στους δύο έλληνες χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο από το σπίτι του, ένας στους τέσσερις από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο και ένας στους πέντε από Internet Café. Η χρήση του Διαδικτύου στην Ελλάδα από Internet Café κατέχει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη [http://europa.eu.int/comm/public_opinion/flash/fl12
5_en.pdf].
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη υποδομής για τη σύνδεση στο Διαδίκτυο αλλά και μεγάλη διάθεση από μαθητές - φοιτητές για τη χρήση του, κυρίως σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση και την επιμόρφωση. Παράλληλα, παρατηρείται στη χώρα μας το χαμηλότερο ποσοστό συνδεσιμότητας από το σπίτι σε αντίθεση με το ποσοστό προσβασιμότητας από πανεπιστήμια – σχολεία και Internet Café, στα οποία κατέχουμε τις υψηλότερες θέσεις στην ΕΕ.

ΟΙ ΤΠΕ (ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ, ΠΟΛΥΜΕΣΑ ΚΛΠ) ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΙΑΙΑ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ

Η χρήση των υπολογιστών μπορεί πράγματι να παίξει σημαντικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιηθεί με παιδαγωγικά αποτελεσματικό τρόπο. Οι υπολογιστές είναι ισχυρά και πολυδύναμα εργαλεία διδασκαλίας και μάθησης. Προκαλούν σημαντικές αλλαγές στην παραδοσιακή διδακτική προσέγγιση με τη χρήση πολυμεσικών εφαρμογών.
Από την εμπειρία τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, διαφαίνεται ότι η ενσωμάτωση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση είναι ένα δύσκολο και μακροχρόνιο εγχείρημα, στο οποίο επιδρούν πολλοί παράγοντες όπως: υλικοτεχνική υποδομή, κατάλληλο εκπαιδευτικό λογισμικό, εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, στρατηγικός σχεδιασμός σε εθνικό επίπεδο.
Οι παραπάνω δυσκολίες δημιουργούν την ανάγκη φιλοξενίας, του συνόλου των ατομικών προσπαθειών των εκπαιδευτικών κάτω από μια ενιαία πλατφόρμα, η οποία σε καμία περίπτωση δε θα υποκαθιστά τη σχολική τάξη και το ρόλο του εκπαιδευτικού. «Δεν είναι το εργαλείο που θα μεταμορφώσει το σχολείο, αλλά η χρήση του» [Γιακουμάτου 2004].

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ

Με βάση τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω ως προς την κατάσταση χρήσης του Διαδικτύου και της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση, θεωρήσαμε ότι υπάρχει ανάγκη για τη δημιουργία μιας πλατφόρμας για εκπαίδευση από απόσταση (Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης), προσαρμοσμένη στα παρακάτω χαρακτηριστικά:
• Διαμοιρασμός γνώσης
Η ανάγκη της δημοσίευσης εκπαιδευτικού υλικού, καθώς και πρόσβασης σ’αυτό, τόσο κατά τη διάρκεια του μαθήματος (σύγχρονη εκπαίδευση) αλλά και κατά τη μελέτη και την προετοιμασία του μαθητή (ασύγχρονη εκπαίδευση)
• Αλληλεπίδραση μεταξύ δασκάλου – μαθητή
Η ανάγκη επέκτασης της επικοινωνίας δασκάλου – μαθητή πέρα από τα όρια ενός σχολικού συγκροτήματος ώστε ο μαθητής να έχει την αίσθηση ότι ο καθηγητής είναι δίπλα του, ακόμη και κατά τη διάρκεια της μελέτης του.
• Διαχείριση μαθήματος – τάξης –σχολείου
Βασικές οργανωτικές λειτουργίες όπως ο πίνακας ανακοινώσεων, οι ομάδες εργασίας, η ανάθεση εργασιών, οι υποδειγματικά λυμένες ασκήσεις.
• Ενδυνάμωση της επιθυμίας για πρόσβαση στη γνώση
Ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος παράγοντας στην επιτυχία μιας διαδικασίας εκπαίδευσης εξ’ αποστάσεως σε παιδιά Γυμνασίου – Λυκείου είναι η ικανοποίηση που αισθάνονται από αυτή τη διαδικασία [Πέρδος, Μανιτσάρης, Συρρής 2004].
• Αυτοαξιολόγηση των μαθητών για το ποσοστό αφομοίωσης της γνώσης
On – line tests (πολλαπλής επιλογής, αντιστοίχισης και συμπλήρωσης κενού κλπ)
• Προσαρμοστικότητα στις προσωπικές ανάγκες δασκάλου - μαθητή
Ο μέχρι τώρα χαρακτήρας εκπαιδευτικού λογισμικού, συχνά απροσάρμοστος στις εκάστοτε απαιτήσεις του δασκάλου, αλλάζει προσφέροντας πολλαπλές δυνατότητες όπως για παράδειγμα να μπορεί να αξιολογήσει τις γνώσεις του μαθητή, μέσα από κλιμακούμενης δυσκολίας tests.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΓΓΥΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Εγγύτητα: «είμαι κοντά σε», ή «νιώθω κοντά σε»
Πολλές νέες ιδέες που χρησιμοποιούν την έννοια της εγγύτητας, σε σχέση με τις ΤΠΕ, κάνουν την εμφάνιση τους: “ψηφιακοί χώροι εγγύτητας”, “εκπαίδευση εγγύτητας από απόσταση”... Οι ΤΠΕ έχουν καταφέρει να μειώσουν τις αποστάσεις ανταλλαγής κάθε είδους πληροφορίας. Πριν μερικά χρόνια, πριν δηλαδή την ένταξη των ΤΠΕ στην εκπαίδευση, η εγγύτητα είχε ισχυρούς δεσμούς με την έννοια της γεωγραφικής απόστασης, μέγεθος απόλυτα μετρήσιμο. Σήμερα, εύκολα συμπεραίνουμε τη διαφοροποίησή της από την κατεύθυνση της γεωγραφικής απόστασης προς αυτήν των σημείων παρουσίας μέσα στον Παγκόσμιο Ιστό, [http://www.renupi.org/IMG/pdf/proxi
mite_societe_de_l_information.pdf] των συνδέσμων που τα ενώνουν και της χρησιμότητας τους. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν ο δάσκαλος με το μαθητή δε βρίσκονται στον ίδιο χώρο, αισθάνονται κοντά ο ένας στον άλλο. Συνεπώς για τους “ψηφιακούς χώρους” ή καλύτερα για τους “ψηφιακούς κόσμους”, η ιδέα της γεωγραφικής απόστασης παύει να έχει ουσιαστική αξία αρκεί να υπάρχει ένας κοινός στόχος ή σχέδιο εργασίας. Αν αυτός ο κοινός στόχος είναι η απόκτηση της γνώσης και οι ΤΠΕ είναι στην υπηρεσία αυτού του κοινού στόχου, τότε μπορούμε να επιτύχουμε σημαντικά αποτελέσματα σε ό,τι αφορά νέες μεθόδους παιδαγωγικής διαδικασίας.

ΑΣΕΑ: ΑΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Το Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης (ΣΔΜ) ΑΣΕΑ αναπτύχθηκε για τις ανάγκες του Εργαστηρίου Τεχνολογίας Πολυμέσων και Γραφικών του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Το ΑΣΕΑ χρησιμοποιεί τις ΤΠΕ και είναι επέκταση του ανοικτού συστήματος διαχείρισης μάθησης DOKEOS [Μάστορας, Μανιτσάρης 2005]. (http://asea.multimedia.uom.gr)
Μετά από έρευνα στο Διαδίκτυο καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τέτοια ΣΔΜ χρησιμοποιούνται, σε πιο απλοποιημένη μορφή, σε Πανεπιστήμια ή ΤΕΙ της χώρας αλλά όχι ακόμα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να ερευνήσουμε κατά πόσο θα μπορούσε να εφαρμοστεί κάτι τέτοιο σ’αυτή τη βαθμίδα εκπαίδευσης αλλά και με ποια αποτελέσματα. Έτσι το εφαρμόσαμε πιλοτικά στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλαμαρί για τα μαθήματα «Πληροφορική» και «Θρησκευτικά» [Παυλίδης, Πέρδος, Μανιτσάρης 2005]
Ποιες είναι όμως οι διαστάσεις της εφαρμογής του ΑΣΕΑ σε ένα σχολείο;
• Αποθήκευση και προβολή εκπαιδευτικού πολυμεσικού υλικού
Το ΑΣΕΑ προσφέρει λύσεις προς την κατεύθυνση της ενεργούς συμμετοχής κάθε προσώπου που εμπλέκεται έμμεσα ή άμεσα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Υποστηρίζει αντικείμενα μάθησης (SCORM) που επιτρέπουν πολυμεσικό διαδραστικό περιεχόμενο και χαρακτηρίζονται από αυξημένη αυτονομία και ανεξαρτησία, διευκολύνοντας έτσι την επαναχρησιμοποίησή τους είτε από το συγγραφέα τους είτε από άλλους καθηγητές μόνο με τη χρήση ενός φυλλομετρητή [Μάστορας, Μανιτσάρης, Μαυρίδης 2005]. Προσφέρει και χαρακτηριστικά σύγχρονης εκπαίδευσης όπως τεχνολογίες ροής (ροή κατά απαίτηση και ζωντανή ροή)
• Εξ’ αποστάσεως διαχείριση μέσω φυλλομετρητή φιλική για κάθε χρήστη και διαχειριστή
Ούτε οι τεχνικές γνώσεις για την πληροφορική ούτε η φυσική παρουσία του διαχειριστή δεν αποτελεί προϋπόθεση. Όλες οι λειτουργίες του συστήματος (εισαγωγή – διαγραφή – τροποποίηση – δημοσίευση) πραγματοποιούνται από απόσταση μέσω υπηρεσιών Διαδικτύου (φυλλομετρητής).
• Δυνατότητα δημιουργίας διαφορετικών τύπων χρηστών
Το ΑΣΕΑ υποστηρίζει διαφορετικού τύπου χρήστες με στόχο την καλύτερη προβολή και διαχείριση των δεδομένων. Με τους τύπους χρηστών είναι δυνατόν:
1. Να προσαρμοστεί το ΑΣΕΑ στις προσωπικές ανάγκες του κάθε χρήστη.
2. Να προσφερθεί η δυνατότητα στο σύνολο των καθηγητών του σχολείου να δημοσιεύσουν το υλικό τους.
3. Να προστατευθούν οι σημαντικές παράμετροι του συστήματος
4. Να διευκολυνθεί η διαχείριση των δεδομένων και η παραμετροποίηση της πλατφόρμας
Έτσι, η ανάγκη συνεύρεσης δασκάλου – μαθητή στον ίδιο χώρο (τάξη), παύει να έχει τη βαρύτητα που είχε με τους παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας. Η πλατφόρμα ΑΣΕΑ, αλλά και κάθε ΣΔΜ με παρόμοια χαρακτηριστικά, δημιουργεί συνδέσμους εγγύτητας ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή ή διαφορετικά ανάμεσα στο μαθητή και το γνωστικό αντικείμενο. Ο μαθητής πλέον έχει πρόσβαση στη γνώση με ποικίλους τρόπους, δημιουργώντας έτσι μια εκπαιδευτική ηλεκτρονική κοινότητα. Η ανταλλαγή γνώσης μεταξύ μαθητών με διαφορετικές εμπειρίες επιτρέπει να αυξήσουν τις δεξιότητες επικοινωνίας, διαλεκτικότητας και κοινωνικότητάς τους [Flynn, 1992, Schlechter, 1990].

ΑΣΕΑ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σύμφωνα με την κατάσταση χρήσης του Διαδικτύου και την υλικοτεχνική υποδομή στην Ελλάδα το ΑΣΕΑ υπερβαίνει όλες τις προαναφερθείσες δυσκολίες γιατί:
1. Καταργεί την απόσταση σαν εμπόδιο επικοινωνίας επειδή βασίζεται στην τεχνολογία Διαδικτύου.
2. Προσφέρει εύκολη πρόσβαση στη γνώση αφού δεν είναι τίποτα άλλο από μία ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο. Απαλύνεται ο διαχωρισμός σε προνομιούχους και μη μαθητές, λόγω του ακριβού κόστους των ΤΠΕ, μιας και η συνολική ιδέα στηρίζεται σε μία απλή ιστοσελίδα.
3. Ξεπερνάει το πρόβλημα των χαμηλών ταχυτήτων σύνδεσης στο Διαδίκτυο. Η λύση που υιοθετήθηκε ήταν η αποφυγή δημιουργίας σελίδων οι οποίες απαιτούν αρκετό χρόνο για να μεταφερθούν στους υπολογιστές των μαθητών. Εξάλλου η δημοσίευση του υλικού έγινε με πολύ χαμηλές ταχύτητες 33,6 Kbps.
4. Βασίζεται σε μία απλή εγκατάσταση σε έναν κεντρικό υπολογιστή μοναδικό για ένα ή πολλά σχολικά συγκροτήματα. Έτσι ο χρήστης του ΑΣΕΑ δεν είναι υποχρεωμένος να εγκαταστήσει τίποτα παραπάνω από το λειτουργικό σύστημα και εφαρμογές γραφείου.
5. Το σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και με υπολογιστές με χαμηλούς πόρους.
6. Οι μειωμένοι οικονομικοί πόροι συχνά απαγορεύουν τη χρηματοδότηση και τη δημιουργία τέτοιων εφαρμογών σε σχολεία. Το ΑΣΕΑ είναι μία πλατφόρμα ανοικτού κώδικα (open source). Εχει ο καθένας τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση σε κάτι παρόμοιο, δίχως άδεια χρήσης.
7. Το ΑΣΕΑ λύνει το πρόβλημα της απόστασης για απομακρυσμένες περιοχές του ελληνικού χώρου όπως νησιά και δυσπρόσιτα ορεινά χωριά. Πρέπει να τονιστεί ότι το εκπαιδευτικό υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από εκπαιδευτικούς που θέλουν να βελτιώσουν την εργασία τους.
8. Οι απαιτούμενες γνώσεις για τη χρήση του ΑΣΕΑ είναι οι ελάχιστες δυνατές. Ας σημειωθεί ότι οι καθηγητές έχουν επιμορφωθεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων της Κοινωνίας της Πληροφορίας. Όσον αφορά τους μαθητές, οι απαιτήσεις περιορίζονται στις ελάχιστες γνώσεις που αποκομίζουν από το μάθημα της Πληροφορικής στο Γυμνάσιο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΕΑ

Οι απόψεις μας για την εκπαιδευτική διαδικασία υπόκεινται στις αντιλήψεις και τα πιστεύω μας, για το ρόλο του δασκάλου και την υλοποίηση του κάθε μαθήματος. Προκειμένου να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, μοιράσαμε στους μαθητές του σχολείου μας ερωτηματολόγια ώστε να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε τις δικές τους απόψεις για το όλο εγχείρημα. Έτσι, συντάξαμε ερωτηματολόγια τα οποία αποτελούνταν από 38 ερωτήσεις, χωρισμένες σε εννέα ενότητες ανάλογα με τη χρήση, τη λειτουργικότητα και την αποτίμηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, συλλέξαμε 129 έγκυρα ερωτηματολόγια.
Στην ερώτηση που θέσαμε σχετικά με τη γενική εκτίμηση που έχουν οι μαθητές για το ΑΣΕΑ παρατηρούμε ότι το 83,7 % των μαθητών θεωρεί ότι είναι καλό ή πολύ καλό. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μαθητές είχαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία επαφή για πρώτη φορά με μια τέτοια πλατφόρμα.
Οι μαθητές ρωτήθηκαν επίσης για το αν βοηθήθηκαν από τη συγκεκριμένη πλατφόρμα σε περίπτωση απουσίας τους από το μάθημα και τα αποτελέσματα της επεξεργασίας των απαντήσεων ήταν θετικά αφού περίπου ένας στους δύο μαθητές βοηθήθηκε πάρα πολύ. Προκειμένου να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη για το αν αποτέλεσε το ΑΣΕΑ κίνητρο για τη μελέτη των μαθητών, θέσαμε το ερώτημα: «Κατά πόσο το ΑΣΕΑ παρακινεί το μαθητή να διαβάσει;» Από το αποτέλεσμα της επεξεργασίας των απαντήσεων συμπεραίνουμε ότι το 90,6% των μαθητών παρακινήθηκαν τουλάχιστον λίγο να διαβάσουν το μάθημα.
Από την πλευρά μας ως διδάσκοντες, με βάση τη στατιστική ανάλυση αλλά και την εμπειρία μας, καταλήξαμε στα εξής συμπεράσματα.
1. Σε περίπτωση απουσίας (ασθένεια, δραστηριότητες..), ο μαθητής έχει πρόσβαση στην ύλη, τις διαφάνειες, παραδείγματα του μαθήματος, περιορίζοντας αρκετά το χρόνο αναπλήρωσης και την καθυστέρηση στη ροή του μαθήματος.
2. Οι μαθητές είχαν τη δυνατότητα να αφομοιώσουν καλύτερα την ύλη αφού μπορούν να εξασκηθούν και από το σπίτι τους με ασκήσεις του μαθήματος-ων που υπάρχουν στο ΑΣΕΑ.
3. Οι μαθητές έμαθαν να χρησιμοποιούν τους υπολογιστές και το Διαδίκτυο όχι μόνο για «παιχνίδι» αλλά και ως εργαλείο για την κατάκτηση γνώσης. Έχοντας αποκτήσει εξοικείωση με τις ΤΠΕ, είναι σίγουρο ότι θα μπορέσουν να ανταποκριθούν πολύ εύκολα αργότερα, στις απαιτήσεις των ακαδημαϊκών τους σπουδών.
Το ΑΣΕΑ σήμερα, υποστηρίζει πιλοτικά δύο μαθήματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για περισσότερο από 6 μήνες με πολύ θετική ανταπόκριση από τους μαθητές. Αυτό το αποτέλεσμα οδήγησε στη δημιουργία πιο ανεπτυγμένων μαθημάτων τύπου SCORM, τα οποία πρόκειται να είναι διαθέσιμα τη νέα σχολική χρονιά. Σκοπεύομε να δημιουργήσουμε επίσης διαλέξεις μαθημάτων σε βίντεο καθώς και χώρο για videoconference, έτσι ώστε η παροχή της γνώσης να προσφέρεται με ποικίλους τρόπους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Flynn, J. (1992), “Cooperative learning and Gagne’s events of instruction: a syncretice view”, Educational Technology, October, p. 53-60
Internet and the public at large, FlassEB no135– report, p. 25, fig4a, τελευταία πρόσβαση 3 Φεβρουαρίου 2006, ιστοχώρος, http://europa.eu.int/comm/public_opinion/flash/fl125_en.pdf
Les conditions de réussite du e-learning et le travail collaboratif dans les collectivités locales, τελευταία πρόσβαση 3 Φεβρουαρίου 2006, ιστοχώρος, http://www.renupi.org/IMG/pdf/e-learning_travail-collaboratif-2.pdf
Schlechter, T. (1990), “The relative instructional efficiency of small group computer-based training”, Journal of Education Computing Research, Vol. 6, No. 3, 329-341
The digital divide in Europe, (2005), Eurostat News Release 143/2005, τελευταία πρόσβαση 3 Φεβρουαρίου 2006, ιστοχώρος, http://epp.eurostat.cec.eu.int/pls/portal/docs/PAGE/PGP_PRD_CAT_PREREL/PGE_CAT_PREREL_YEAR_
2005/PGE_CAT_PREREL_YEAR_2005_MONTH_11/4-10112005-EN-AP.PDF
Αξιολόγηση των παραγόντων για την ανάπτυξη και το σχεδιασμό της εξ΄ αποστάσεως εκπαίδευσης μέσω του διαδικτύου, τελευταία πρόσβαση 3 Φεβρουαρίου 2006, http://www.eap.gr/news/EXAGGELIA_SYNEDRIOU/synedrio/html/sect5/85.htm
Γιακουμάτου Τ., (2004), Οι νέες τεχνολογίες συναντούν το ελληνικό σχολείο, Οι τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών στην Ελληνική Εκπαίδευση: Απολογισμός και Προοπτικές, 392-399
Μάστορας Θ., Μανιτσάρης Α., (2005), Προσαρμόζοντας ένα Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης ανοιχτού λογισμικού στις σύγχρονες απαιτήσεις ηλεκτρονικής μάθησης. Η περίπτωση του Dokeos, 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΕΕΠ - ΔΤΠΕ - "Μάθηση και Διδασκαλία στην Κοινωνία της Πληροφορίας", Αργυρούπολη
Μάστορας Θ., Μανιτσάρης Α., Μαυρίδης Ι., (2005), Η Υλοποίηση του Συστήματος Διαχείρισης Μάθησης 'ΑΣΕΑ', Δυνατότητες και Προοπτικές, Εθνικό συνέδρειο Ελληνικής Εταιρείας Συστημικών Μελετών (ΕΕΣΜ) με θέμα "Συστήματα Διαχείρισης Γνώσης και Διακυβέρνησης", Τρίπολη Αρκαδίας
Παυλίδης Σ., Πέρδος Α., Μανιτσάρης Σ., (2004), Θρησκευτικά & Πληροφορική, συμπεράσματα και αξιολόγηση, ενός εναλλακτικού τρόπου διδασκαλίας, 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο των Εκπαιδευτικών για τις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών, Σύρος
Πέρδος Α., Μανιτσάρης Σ., Συρρής Β., (2004), Μέθοδοι και Μοντέλα Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης σε Μαθητές Γυμνασίου Λυκείου και Αξιολόγηση τους, Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση, 579-584, Αθήνα

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007

Η πληροφορία

Ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με το περιβάλλον του. Η επικοινωνία αυτή μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους όπως: ομιλία, γραπτός λόγος, αισθήσεις. Το κυριότερο χαρακτηριστικό αυτής της επικοινωνίας είναι η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στον κάθε άνθρωπο και το χώρο μέσα στον οποίο ζει και κινείται. Ο άνθρωπος είναι τόσο πομπός όσο και δέκτης της πληροφορίας, δηλαδή μπορεί να μεταδώσει και να λάβει πληροφορίες. Η πληροφορία, έχει να κάνει με τα στοιχεία εκείνα που μεταδίδονται από μια πηγή προς κάποιον δέκτη. Έτσι, ανάλογα με τη σκοπιά κάτω από την οποία προσεγγίζει κανείς την πληροφορία, αυτή μπορεί να έχει να κάνει με την ενημέρωση αν η σκοπιά είναι επικοινωνιακή, για τη διάκριση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου αν την εξετάσουμε υπό το πρίσμα της γλωσσολογίας[1] ή ακόμα και για ένα τηλεφωνικό ειδοποιητήριο όπως συχνά συμβαίνει στην καθημερινή ζωή.


Ουσιαστικά, προσεγγίζοντας την έννοια της πληροφορίας διαισθητικά, διαπιστώνουμε πως γενικά παραπέμπει σε καινούργια γνώση για κάτι. Επιπλέον, αν και η «σημαίνουσα» (το σημαίνον που αντιπροσωπεύει την εικόνα ή ακουστική εικόνα της λέξης και το σημαινόμενο που αντιπροσωπεύει την ιδέα, το νόημα που κρύβεται πίσω από τη λέξη) αξία της πληροφορίας υφίσταται αναλλοίωτα, το «σημαινόμενο» αυτής είναι δυνατόν να μεταβάλλεται κάθε φορά με τρόπο καθοριστικό για την ίδια την πληροφορία. Ο τρόπος που το «σημαινόμενο» μεταβάλλεται καθορίζεται από τους τρεις παράγοντες που αφενός στοιχειοθετούν και αφετέρου δίνουν υπόσταση στην πληροφορία: την πηγή, το δέκτη και το μέσο διάδοσης. Δηλαδή, αν μια πληροφορία υφίσταται κατ’ αρχήν έχει νόημα μόνο αν την γνωρίσει κάποιος, επιπλέον, ενώ η πληροφορία υφίσταται (σημαίνον) το νόημά της (ή περιεχόμενό της ή σημαινόμενο) εξαρτάται από:


· το πώς θα το μεταδώσει η πηγή,
· το πόσο καλά (ή αξιόπιστα) θα το μεταφέρει το μέσο προς το δέκτη και
· το πώς θα το αντιληφθεί ο δέκτης.


Η παραπάνω αξίωση θεωρούμε πως έχει καθολική εφαρμογή από την καθημερινή ζωή μέχρι όλων των ειδών τις επιστήμες και δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κανείς είτε μιλάμε για περιπτώσεις ανθρώπων (πομπός και δέκτης: άνθρωπος, μέσο: π.χ. φωνή, λέξη κ.λ.π) είτε για περιπτώσεις κυκλωμάτων (πομπός: κύκλωμα ή διάταξη Α, δέκτης: κύκλωμα ή διάταξη Β, μέσο: π.χ. καλώδια ή διασυνδέσεις ή κύματα).


Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι οποιασδήποτε μορφής και να αφορούν σκέψεις, περιγραφές, συναισθήματα. Μπορούν να παραμένουν ίδιες ή να αλλάζουν με το χρόνο. Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: μεταφέρουν κάποιο περιεχόμενο. Το περιεχόμενο αυτό εξαρτάται άμεσα από το φυσικό σύστημα στο οποίο αναφέρεται: ένα λεκτικό μήνυμα σε φυσική γλώσσα, ένα πίνακας αριθμητικών αποτελεσμάτων ή μετρήσεων, μια μαθηματική έκφραση, μια εικόνα ή ένα κομμάτι μουσικής, η οσμή της φερομόνης ενός εντόμου ή το DNA ενός κυττάρου θα μπορούσαν να αποτελούν οντότητες πληροφορίας. Πέραν του φιλοσοφικό πλαισίου, πρακτικά μπορούμε να «διαχειριστούμε» την πληροφορία μεταδίδοντάς την (transmission), αποθηκεύοντάς τη (storage) ή με επεξεργασία της (processing) ώστε να τη μεταβάλλουμε (δηλαδή να παράγουμε καινούργια πληροφορία μεταβάλλοντάς την).


Οι θεωρητικοί C. S. Pierce (1839 – 1914) και C. W. Morris (1901 – 1979)[2] πραγματοποίησαν την εξής διάκριση της πληροφορίας αναφορικά με την αλληλεπίδρασή της με τα διάφορα δίπολα πομπού – δέκτη:


Συντακτικό επίπεδο (syntactic level): Η πληροφορία σε αυτό το επίπεδο έχει να κάνει με τους επίσημους δεσμούς που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν την πληροφορία, τους κανόνες που διέπουν τον κώδικα επικοινωνίας, τη χωρητικότητα των διαύλων επικοινωνίας και το σχεδιασμό συστημάτων και μεθόδων κωδικοποίησης για μετάδοση, επεξεργασία και αποθήκευση της πληροφορίας.


Εννοιολογικό επίπεδο (semantic level): Το επίπεδο αυτό έχει να κάνει με το πώς διαμορφώνεται η έννοια – το νόημα της πληροφορίας. Όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνονται σε φυσική γλώσσα, αυτές βασίζονται στις συμφωνημένες, γραπτές ή άγραφες, πολιτισμικές, πολιτιστικές, ηθικές ή απλά συμφωνημένες συμβάσεις που κάνουν μεταξύ τους τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων. Στις διάφορες εννοιολογικές μονάδες (semantic units) που μπορεί να είναι, για παράδειγμα, οι λέξεις που στοιχειοθετούν μια πρόταση έχει προσδοθεί μια περισσότερο ή λιγότερο ακριβής ή ελεύθερη έννοια. Στην περίπτωση των πιο τεχνικών ή μηχανοποιημένων γλωσσών, όπως είναι οι κώδικες των υπολογιστών, το νόημα των εννοιολογικών μονάδων, είναι αμφιμονοσήμαντα ορισμένο βάσει των ιδιοτήτων που παρουσιάζουν και των λειτουργιών που μπορούν να εφαρμόσουν. Σύμφωνα με τον Shannon, τον πατέρα των σύγχρονων επικοινωνιών και της τεχνολογικής αντιμετώπισης της πληροφορίας, οι έννοιες (semantics), τεχνολογικά τουλάχιστον, δεν είναι προαπαιτούμενο για τη σωστή χρήση επεξεργασία της σύνταξης της πληροφορίας (syntactics of information), παρόλα αυτά μπορούν να φανούν χρήσιμες σε περιπτώσεις όπως η συμπίεση δεδομένων (με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας της συμπίεσης).


Πραγματιστικό επίπεδο (pragmatic level): Εδώ, η πληροφορία σχετίζεται με την αξία της χρησιμότητάς της. Το επίπεδο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το υπόβαθρο του λήπτη με αποτέλεσμα να επηρεάζεται σημαντικά από οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς ή/και ψυχολογικούς παράγοντες ενώ πολλές φορές αποτελεί συνάρτηση του χρόνου αφού πολλές φορές οι πληροφορίες που φτάνουν με καθυστέρηση δεν αξίζουν πάντα, ενώ οι πληροφορίες που φτάνουν εγκαίρως μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύτιμες.


Τα τρία αυτά επίπεδα αντιπροσωπεύουν μια ιεραρχία όπου επιτρέπεται η διαχείριση της πληροφορίας (μεταφορά, επεξεργασία, αποθήκευση) στο συντακτικό επίπεδο χωρίς να είναι απαραίτητη η γνώση του εννοιολογικού περιεχομένου της πληροφορίας. Επιπλέον, βάσει αυτής της ιεραρχίας έχουμε τη δυνατότητα να διαχειριζόμαστε τις πληροφορίες βάσει του εννοιολογικού της περιεχομένου χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την πρακτική τους χρησιμότητα.


Όσον αφορά τώρα τα αντικείμενα που στοιχειοθετούν την πληροφορία, αυτά είναι συμβολικής εκφράσεις μιας δεδομένης, κάθε φορά, γλώσσας και τα οποία φέρουν το νόημα της πληροφορίας και την πραγματιστική της αξία. Ανάλογα με το είδος της πληροφορίας, οι συμβολικές αυτές εκφράσεις μπορεί να αποτελούνται από λέξεις που σχηματίζουν προτάσεις, από νότες που σχηματίζουν μελωδίες ή από χρωματισμένες περιοχές που σχηματίζουν εικόνες. Από αυτά τα στοιχεία, τα στοιχειωδέστερα, δηλαδή αυτά που δε μερίζονται επιπλέον, καλούνται χαρακτήρες (characters ή tokens).


Οι φυσικές γλώσσες, τα σήματα Μορς κ.λ.π. αποτελούνται από ομάδες διακριτών (discrete) χαρακτήρων κάτι που μοιάζει ασύμβατο για την περίπτωση, ας πούμε, της κλασσικής μουσικής που αποτελεί ουσιαστικά μια «γλώσσα» που αποτελείται από τόνους διαφορετικών και διακριτών συχνοτήτων, πλατών και διαμορφώσεων. Στην περίπτωση αυτή και στον ήχο γενικότερα έχουμε μια συνεχή (continuous) κλίμακα συχνοτήτων και πλατών. Αντίστοιχα, οι εικόνες αποτελούνται από εικονοστοιχεία (pixels), τα οποία χαρακτηρίζονται από το χρώμα και τη φωτεινότητά τους μεγέθη που μπορεί επίσης να τοποθετούνται σε συνεχείς κλίμακες.
Για να μπορεί να γίνει διαχείριση της πληροφορίας, δηλαδή για να μπορεί η πληροφορία να μεταδοθεί, να γίνει προϊόν επεξεργασίας και για να αποθηκευτεί είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός φορέα (carrier) της πληροφορίας, καθώς και ένα μέσο (medium) που θα χρησιμοποιήσει ο φορέας. Η πληροφορία, κωδικοποιείται στον φορέα αναδομώντας ή σχηματοποιώντας τον στο χώρο ή το χρόνο. Οι δομές των φορέων της πληροφορίας που προκύπτουν με αυτό τον τρόπο καλούνται σήματα (signals). Έτσι λοιπόν, σήματα μπορεί να θεωρηθούν οι διάφορες δομές και σχηματισμοί στο χώρο που δημιουργούνται από μελάνι πάνω στο φορέα που είναι το χαρτί και που απεικονίζουν γράμματα ή παραστάσεις. Αν το φως έχει το ρόλο φορέα, τότε η πληροφορία θα κωδικοποιείται μέσω σημάτων που θα μπορούσαν να είναι μεταβολές στην ένταση του φωτός (διαμόρφωση πλάτους) ή μεταβολές του μήκους κύματος (διαμόρφωση συχνότητας). Οι νευρώνες του εγκεφάλου επίσης, αποτελούν το μέσο διάδοσης των ηλεκτρικών σημάτων που μεταφέρουν τις διάφορες διεγέρσεις που λαμβάνουν χώρα στο νευρικό σύστημα ενός οργανισμού. Είναι προφανές πως υπάρχουν φορείς και μέσα που μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο κατάλληλοι να πραγματοποιήσουν διάφορες λειτουργίας πάνω στην εκάστοτε υπάρχουσα πληροφορία. Έτσι, τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα είναι ιδιαιτέρως κατάλληλα να μεταδώσουν πληροφορία αλλά είναι ανεπαρκή για να την αποθηκεύσουν. Τα μαγνητικά υλικά από την άλλη, αποτελούν πολύ καλή λύση για την αποθήκευση της πληροφορίας αλλά διόλου άριστα για να τη μεταδώσουν.


Στο σημείο αυτό έχοντας πλέον μια περισσότερο ολοκληρωμένη εικόνα της έννοιας της πληροφορίας μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι μπορούμε να αλλάξουμε τη σύνταξη της πληροφορίας (syntactics) χωρίς να επηρεάζεται το νόημά της (semantics) δηλαδή για παράδειγμα μπορούμε να μετατρέψουμε τους χαρακτήρες του Αγγλικού αλφαβήτου σε κώδικα κατά τον τρόπο που ορίζει το πρότυπο ASCII – American Standard Code for Information Interchange ή να μετατρέψουμε ένα ηχητικό απόσπασμα σε δυαδικό κώδικα κλπ. Οι μετατροπές αυτές μπορεί να είναι ολοκληρωμένες και απόλυτες όπως στην πρώτη περίπτωση ή ατελείς όπως στη δεύτερη περίπτωση και γενικά σε κάθε προσπάθεια κωδικοποίησης ενός συνεχούς σήματος (αναλογικού) όπως είναι ο ήχος. Επιπλέον, αν και η πληροφορία πάντα χρειάζεται κάποιον φορέα, το είδος του φορέα δεν είναι άμεσης σημασίας πάντοτε αφού για παράδειγμα, μια δυαδική πληροφορία μπορεί να μεταφερθεί χωρίς πρόβλημα από ένα μαγνητικό δίσκο σε μια ημιαγωγική μνήμη και αντίστροφα χωρίς να μεταβάλλεται η πληροφορία (ούτε η σύνταξη –syntactics- ούτε το περιεχόμενό της –semantics). Βέβαια, όπως είναι λογικό, ο κάθε φορέας ορίζει το πώς πρέπει να δομείται η πληροφορία που θα τον χρησιμοποιήσει και κατά συνέπεια καθορίζει το είδος των κωδικών για τους οποίους είναι κατάλληλος. Έτσι, κατάλληλοι φορείς για τα γράμματα θα μπορούσαν να είναι χάρτινες ή κατάλληλες πλαστικές κ.λ.π. επιφάνειες ή κάποιος τύπος οθόνης αλλά όχι ένα μαγνητικό μέσο, το οποίο απαιτεί μετατροπή του σε άλλο κώδικα πριν μεταφερθούν σε αυτό.


[1] F. D. Saussure, Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας, εκδ. Παπαζήση (1979). Μετάφραση 3ης γαλλ. εκδ. (Γενεύη 1915)
[2] http://el.wikipedia.org/wiki/Πληροφορία

Οι πρώτες σκέψεις, η πρώτη επαφή

«Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει»
(Όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιθυμούν να γνωρίσουν).
(Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά Α΄ 980α).

Ο Αριστοτέλης είχε εισηγηθεί τη βασική αρχή που έμεινε γνωστή ως το «τόδε τί». Όταν δείξεις προς κάτι και το ταυτίσεις και πεις ότι αυτό είναι αυτό και όχι κάτι άλλο, τότε το γνωρίζεις. Δηλαδή η γνώση έχει πάντοτε σχέση με κάποια ταύτιση. Από τη στιγμή που χάνεται η ταυτότητα ενός αντικειμένου χάνεται και η γνώση. Επομένως η ταυτότητα ενός αντικειμένου ή όντος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη γνώση.

Η γνώση ως ταύτιση των όντων είναι δύο ειδών:

Α. Η γνώση των πραγμάτων, των όντων που μας παρουσιάζονται ως αντικείμενα, τα ταυτίζουμε, τα γνωρίζουμε δηλαδή με τη μέθοδο της απομόνωσης από τα άλλα αντικείμενα, της περιγραφής των ιδιοτήτων και των χαρακτηριστικών τους με βάση την γενικότερη εμπειρία που έχουμε. Τα εντάσσουμε σε ένα πλέγμα σχέσεων με άλλα αντικείμενα τα οποία γνωρίζουμε.

Β. Η γνώση των προσώπων, ως ταύτιση ενός όντος εν ελευθερία και αγάπη. Εν ελευθερία γιατί το όν αυτό δεν μας επιβάλλει την παρουσία του, την αναγνώρισή του. Όχι γιατί έχει ορισμένα χαρακτηριστικά και ιδιότητες που πρέπει να γνωρίσουμε, αλλά γιατί ελεύθερα μας αποκαλύπτει τον εαυτό του και εμείς ελεύθερα πάλι, το ταυτίζουμε και αναγνωρίζουμε την ύπαρξή του. Και εν αγάπη σημαίνει ότι αποκτούμε την ταύτιση του άλλου μέσα από μια σχέση αγαπητική. Το άλλο ον μας είναι απολύτως απαραίτητο για την ίδια μας την ύπαρξη. Γνωρίζουμε κάποιον όχι με τη μορφή μιας απρόσωπης δύναμης, η οποία επιβάλλει την παρουσία της λόγω των ιδιοτήτων της, αλλά τον γνωρίζουμε ως ένα πρόσωπο το οποίο συνιστά μέρος μιας αγαπητικής σχέσης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο και απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξή μας.

Έτσι εγείρεται το ερώτημα πως είναι δυνατόν να υπάρξει γνώση του όντος μέσα από τη χρήση του Διαδικτύου ως χώρου απρόσωπου και ατομικού. Παρόλα αυτά η εσωτερική διάθεση του ανθρώπου και η τάση του προς αναζήτηση μπορούν να τον κινήσουν ακόμη και στην γνώση του άλλου μέσα από χώρους που φαινομενικά είναι ξένοι προς το αντικείμενο της αναζήτησής του.

Αν οι άνθρωποι είναι σήμερα περισσότερο εσωστρεφείς, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους, το Διαδίκτυο είναι ένας χώρος όπου μπορούν να εκφραστούν και να επικοινωνήσουν, αποφεύγοντας την άμεση απαξίωση και απόρριψή τους. Και αυτό γιατί δίνει τον χρόνο να επεξεργαστεί ο άνθρωπος τις πληροφορίες λογικά και συναισθηματικά. Αυτό, βέβαια, εγκυμονεί τον κίνδυνο του ψεύδους (άλλο να είναι στην πραγματικότητα και άλλο να δείχνει). Δηλαδή όταν υπάρχει επικοινωνία μέσω του Διαδικτύου ο άνθρωπος σχηματίζει μια εικόνα με το αντικείμενο της επικοινωνίας, το οποίο μπορεί να τον απογοητεύσει όταν βρεθεί σε πραγματική σχέση και επικοινωνία μαζί του.